βαθύ συναίσθημα.

Σε βλέπω κύριε και αηδία μου έρχεται. ανακατεύεται το στομάχι μου και αναγούλες εγκύου έχω.
το κεφάλι θέλω να σου γδάρω, και ολόκληρο μετά να σε ξεσκίσω. να σε καταληστεύσω.
να σε ακούσω να ουρλιάζεις από πόνο έντονο και και να σε κρεμάσω αναποδα από το ψηλότερο σημείο και
το θάνατο να βλέπεις απο μακριά, αλλα ποτέ να μην τον συναντάς ευθέως.
με το φόβο μου επιθυμώ να ζεις.
να τρέμεις κάθε που βγαίνεις από το σπίτι σου. να σαπίσουν τα μέσα σου και τη χολή σου να φτύνεις.
μόνος σου να καταλήξεις και άιμα να φτύνεις και να να ουρείς.
η οικογένεια και οι φίλοι να σε παρατήσουν. Ανίκανος να πιείς νερό να γίνεις και τη γευση του καλοψημένου φαγητού να στερηθείς.
να σε βρουν αρρωστιες που σου αξίζουν, αργες και επίπονες, και θανατερες.
να πεθαίνες αργά και διστακτικά, και για μέρες ολόκληρες και τη λύτρωση να μη βρίσκεις.
εγω να ειμαι η λύτρωση σου.
ο θάνατος σου, το κυριακάτικό πρωινό μου.
η ζωή σου, πάνω μου.

Ιλιάδα

έχει δίκιο ο άγγελος*.
η έμπνευση σε βρίσκει εκεί στο γραφείο. καθώς το βλέμμα σου διασχίζει την απόσταση πληκτρολόγιο-οθόνη. καθώς πληκτρολογείς cover faxes και issues στους trackers. καθώς πατάς F5
για να δεις αν πέρασε η αλλαγή.
καθώς έρχεται και σε καλημερίζει και αισθάνεσαι τα μέσα σου να ανακατεύονται. τη στιγμή που σου μιλάνε σα να τους χρωστάς. εκεινη τη στιγμή σε βρίσκει η μούσα η πολύτροπος
και θέλεις, ευθύς, νουβέλες πολυσέλιδες να γράψεις και όλα τα ευπώλητα του οικου “οξύ”. πως να εξηγείται αυτο;

όταν ξυπνάς βαρύς σαν σιδερα να έχεις στο στομάχι σου το πρωί, και όταν συνεχίζεις βαρύς σαν να έχεις δεμένες στα πόδια και τα χέρια σου σφύρες, τότε ειναι που το μυαλό σου φωτίζει από ιδέες και στίχους.
αλλά οι ιδέες θα φύγουν στο λεπτό. δε θα σε περιμενόυν. ουτε εσένα όυτε εκείνον να συνειδητοποιήσει την αχρηστία της ύπαρξής του. πως γίνεται αυτό;

η εμπνευση έρχεται όταν μετράς τα λεπτά για το άγιο σχόλασμα και τα λεπτα επιμηκύνονται, όσο τα κοιτάς να αλλάζουν κάτω δεξιά, επιμηκυνονται τόσο που γίνονται υπερωρία και υπερωρίες και
παραπανίσιος πεταμένος και χαμένος χρόνος στο νεκροταφείο**. μα πως;

όταν χτυπάει το τηλέφωνο χωρις σταματημό και χωρις δισταγμό λες το διστιχο καθώς το σηκώνεις τοτε ειναι που αλλοιώνεται η πραγματικότητα και αποκτά ελαστικότητα που σου επιτρέπει
να μπεις μέσα στο ακουστικό και να φτάσεις στην άλλη ακρη πρόθυμη να εξυπηρετήσεις απο κόντά τον “κύριο” που σε καλεί.

αυτό εξηγείται. υπάρχει εξήγηση. για όλα υπάρχει. ακόμα και γιατί η γη ειναι στρογγυλή. που δεν ειναι ακριβως στρογγυλή. αλλά εξηγείται. αιτιολογείται.
γι αυτό***.

*Άγγελος Κούρος, “Κόφτες”
**Φοίβος Δεληβοριάς
***Κέρουακ Τζάκ