Βάνα

Η Βάνα
Μπήκε στη τζιπάρα
Νισσάν ήταν
Αλάνι η Βάνα
Μεγαλωμμένη στην Καστέλλα
Ποδοσφαιρό έπαιζε στην αλάνα
Μαζι με τα άλλα τα τζιμάνια

Ο πέτρος στη φυλακη κατέληξε
Και ο μάνος με τη μαφια εμπλεξε
Με τοκογλύφους και παιδεραστές
Ο σπυρος ενεπλάκη
Και ο ρίκος ο μικρότερος
Από νωρίς παντρεύτηκε

Η βανα όμως έφυγε και γλιτωσε
Τον γιο του Λάτση τυλιξε
Και τωρα με Νισσάν κυκλοφορεί
Σαν η μισή η Αττική να της ανηκει

Δεν ξέρει όμως η Βάνα
Πως το παρελθόν χτυπαει σαν καμπάνα
Κανένας δεν ξεφευγει
Από τα δίχτυα του

Έρχεται και σε βρισκει
Δε σε ξεχνάει, όπως εσυ ξεχνάς αυτό.
Σε θυμάται και σε εφευρισκει
Ακόμα και όνομα και ταυτοτητα και αν άλλαξες
Χρωμα μαλλιών και μύτη

Και δε σε λένα πια Βάνα
παρα Λάτση… Μαριάννα

Advertisements

δεν να μην.

η αστυνομια, τα σκατα της κοινωνίας, το κατακάθι του πολυκαιρισμένου καφέ, τα ψίχουλα π ξεχάστηκαν στο πίσω μέρος του ντουλαπιού
και σάπισαν και βρωμισε όλο το σπίτι.
οι αστυνομικοί, τα υποόντα του ανθρωπίνου γένους, τα κτήνη χωρις εγκέφαλο και μόνο με ορμές, χωρις αισθήσεις και χωρίς βούληση.
τα σκατά της κοινωνίας. οι καταλάθος υπάρξεις. τα αποτελέσματα βιασμών και οι απερισκεψίες χωριατοκόριτσων.
οι αστυφύλακες, οι μύξες ενός αρρώστου και τα κάτουρα ενος γέρου.
τα όργανα της τάξης, κούφια κράνη γεμάτα σκουλήκια και ξεράσματα.
ο εμετός του καρκίνου και η γεύση της αηδίας σε ανθρωπινη μορφή.
ανθρωπινες μορφές και όχι άνθρωποι. πλάσματα προορισμένα για το τίποτα.
το απόλυτο τίποτα.
το απολυτο μηδεν με πόδια και αρβιλες.
οι μπάτσοι. τα σκατά της κοινωνίας.
τα σκατα.