Σαν το ελάφι.

Το νιώθω.
Δεν νιώθω.
Η καρδιά μου είναι μέσα στα αίματα.
Ενώ την ακούω να χτυπάει
Δεν ζω.

Έχει πάψει, το νιώθω.
Δε τη νιώθω.
Σαν είναι κενή η θέση της.
Όπως είναι και η δική σου θέση.

Κάτι ξεκίνησε.
Και με έχει αποτελειώσει.
Και τα μάτια μου είναι γεμάτα αίματα.
Σαν την καρδιά μου.
Και όπως είσαι κι εσύ στις σκέψεις μου.
Γιατί κι εγώ.
Σαν μην υπήρξα ποτέ.

Σα να μην άφησα καμία θέση κενή.
Αφού δεν έκανες ποτέ χώρο να κάτσω.

Πονάω.
Εύχομαι κι εσύ.
Όχι να πονάς.
Αγάπη μου.

Να σφαδάζεις όπως το ελάφι λίγο πριν τη χαριστική βολή.
Αλλά χωρίς τη χαριστική βολή.

Advertisements

ΣΤΑΣΥ.

Ο συρμός δεν έκανε στάση στο Σύνταγμα. Πέρασε το τρένο και όλοι είδαμε το σταθμό χωρίς φώτα. Ο σταθμός ήταν σκοτεινός. Ούτε τα φώτα δεν ανοίξανε οι υπεύθυνοι του σταθμού. Μέσα στα σκοτάδια τον αφήσανε. Μόνο οι διαφημίσεις φωτίζανε. Μόνο οι οθόνες των διαφημίσεων. Δεν είχαν ανάψει το φως. Κάποιος είχε αφήσει τις οθόνες και τις τηλεοράσεις ανοιχτές και έτσι κάτι φώτιζε ενώ όλα γύρω ήταν σκοτεινά. Σα σκοτεινό δωμάτιο.
Και πέρναγαν τα τρένα και έβλεπες μόνο τις ξεχασμένες οθόνες. Και τις σκιές των καθισμάτων. Και από πάνω ακριβώς Πόλεμος. Αλλά από κάτω είχε ησυχία. Σκοτάδι. Σα να κοιμόσουν και να είχες ξεχάσει την τηλεόραση ανοιχτή. Έτσι κάπως. Και το λίκνισμα του τρένου ήταν η μαμά σου που σου κούναγε την κούνια να κοιμηθείς. Αυτό συμβαίνει. Κοιμάσαι. Και έχεις ξεχάσει την τηλεόραση ανοιχτή. Και έξω πόλεμος. Μόνο που λείπει η μαμά σου να σε νανουρίσει. Γι’ αυτό έχεις αφήσει την τηλεόραση ανοιχτή. Γιατί από το φόβο, δε μπορείς. Να. Κλείσεις. Μάτι.