ΣΤΑΣΥ.

Ο συρμός δεν έκανε στάση στο Σύνταγμα. Πέρασε το τρένο και όλοι είδαμε το σταθμό χωρίς φώτα. Ο σταθμός ήταν σκοτεινός. Ούτε τα φώτα δεν ανοίξανε οι υπεύθυνοι του σταθμού. Μέσα στα σκοτάδια τον αφήσανε. Μόνο οι διαφημίσεις φωτίζανε. Μόνο οι οθόνες των διαφημίσεων. Δεν είχαν ανάψει το φως. Κάποιος είχε αφήσει τις οθόνες και τις τηλεοράσεις ανοιχτές και έτσι κάτι φώτιζε ενώ όλα γύρω ήταν σκοτεινά. Σα σκοτεινό δωμάτιο.
Και πέρναγαν τα τρένα και έβλεπες μόνο τις ξεχασμένες οθόνες. Και τις σκιές των καθισμάτων. Και από πάνω ακριβώς Πόλεμος. Αλλά από κάτω είχε ησυχία. Σκοτάδι. Σα να κοιμόσουν και να είχες ξεχάσει την τηλεόραση ανοιχτή. Έτσι κάπως. Και το λίκνισμα του τρένου ήταν η μαμά σου που σου κούναγε την κούνια να κοιμηθείς. Αυτό συμβαίνει. Κοιμάσαι. Και έχεις ξεχάσει την τηλεόραση ανοιχτή. Και έξω πόλεμος. Μόνο που λείπει η μαμά σου να σε νανουρίσει. Γι’ αυτό έχεις αφήσει την τηλεόραση ανοιχτή. Γιατί από το φόβο, δε μπορείς. Να. Κλείσεις. Μάτι.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s