12.city.notes

  1. Ο Παρασκευάς, ο αδέσποτος σκύλος που έμενε στο σταθμό Λαρίσης, δεν μένει πια εκεί. Τον υιοθέτησε μια Γαλλίδα και μετακόμισε μαζί της στην Ολλανδία. Θα τον λενε άραγε ακόμα Παρασκευά;
  2. Στον κινηματογράφο Απόλλωνα, τα πόδια μου, όταν κάθομουν στις θέσεις της πλατείας, δεν έφταναν στο πάτωμα. Ο κινηματογράφος ήταν φτιαγμένος για ψηλούς σινεφίλ. Και τωρα που θα τον ξαναφτιάξουν ελπιζω να λάβουν υπόψη το “κατηγορώ” μου.
  3. Η Αθήνα δεν απέχει και πολύ από τη Νέα Υόρκη. Κάπως μοιάζουνε.  Και στις δύο κυκλοφορούν μαύροι, ντυμένοι στην «πένα». Ούτε η Αθήνα είναι μια πόλη που κοιμάται. Δεν κοιμάται ποτέ. Και πάντα είναι σε επαγρύπνηση, τα εξάρχεια για παράδειγμα, είναι πάντα σε επαγρύπνηση. Και τελος τώρα και στην Αθήνα ακούς καθημερινά σειρήνες, σε όλες τις γειτονιές και όχι μόνο στο κέντρο. Σε αυτό νομίζω τη νικάει τη Νέα Υόρκη.
  4. Ο σταθμός του Μετρό στο Σύνταγμα ήταν κατασκότεινος στην απεργία των Μέσων μεταφοράς. Το «Σύνταγμα», δηλαδή, δεν ήταν πια στο «φως».
  5. Στη Στέγη Γραμματών και Τεχνών, του Ιδρύματος ΩΝΑΣΗ το θέατρο στοιχίζει 18 ευρώ. Και στο μειωμένο δεν περιλαμβάνονται οι άνεργοι. Το Ίδρυμα Ωνάση δεν έχει γνώση ούτε και επίγνωση. Θα είναι ίδιον μάλλον της οικογένειας.
  6. Όταν βρέχει στην Αθήνα, εγώ μεταφέρομαι στη Νέα Υόρκη. Η ομπρέλα φταίει. Όχι εγώ. Την αγόρασα στη Νέα Υόρκη. Μου κόστισε πάνω-κάτω 10 δολάρια. Δέκα δολάρια, δηλαδή ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Το λες καλή ευκαιρία.
  7. Στον ΟΑΕΔ Περιστερίου, εκεί πίσω από τον Αγιο Αντώνη, πίσω από τη Μέλισσα το ζαχαροπλαστείο, το χαρτάκι προτεραιότητας για τη σειρά «Α» σε πληροφορεί για τον χρόνο αναμονής. Στις 11 Ιανουαρίου σε προειδοποιούσε για ένα «μέσο όρο αναμονής: 16 λεπτών». Τα 16 λεπτά ήταν ένα ψέμα. Εννοούσε 3 ώρες και 36 λεπτά. Το σύστημα προτεραιοτήτων του ΟΑΕΔ Περιστερίου λοιπόν σε πληροφορεί για το χρόνο αναμονής βάσει του χρονικού συστήματος του Πλούτωνα. Αλλά αυτό πρέπει να το ανακαλύψεις μόνος σου. Και έχεις πολύ χρόνο για να το κάνεις αυτό. 3 ώρες το λιγότερο.
  8. Την Παρασκευή 13 Ιανουαρίου, στην Μπλέ γραμμή του Μετρό, με κατεύθυνση το Σύνταγμα, ήταν 3 Γερμανοί στην απέναντι τετράδα του συρμού. Νομίζω ήταν η Τρόικα.
  9. Τη Δευτέρα 16 Ιανουαρίου, περίμενα να ανάψει πράσινο το φανάρι και μαζι μου περίμεναν 4 Σουηδοί καλοντυμένοι. Το φανάρι ήταν το φανάρι στην Πανεπιστημίου, στο ύψος της Πλατείας Κοραή, και οι Σουηδοί νομίζω ήταν η Τρόικα.
  10. Στην Αθήνα πρέπει πάντα να κυκλοφορείς με λίγο παραπανίσιο χώρο στην τσάντα σου για τα σκουπίδια σου. Στην Αθήνα δεν υπάρχουν κάδοι απορριμμάτων. Και γι αυτό δεν μπορώ να βρω κάτι αστείο να πω.
  11. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος σκοτώθηκε σε τροχαίο. Τον παρέσυρε ένας ειδικός φρουρός με τη μηχανή του. Τελικά, όντως το κράτος φταίει για όλα.
  12. Το βράδυ στο μετρό, όταν είμαι μόνη μου στο βαγόνι, τραγουδάω δυνατά. Και είμαι σίγουρη πως δεν είμαι η μόνη που το κανει αυτό.

Το παρακάτω κείμενο είναι προϊόν μυθοπλασίας. Ευσεβούς πόθου μυθοπλασίας.

Ανέβαινε ένας ένας στο βήμα για να πάρει το λόγο. Ήταν ακόμα μια τυπική δημοκρατική διαδικασία. Και σιγά σιγά, ξετυλιγόταν ήρεμα μέσα στην αίθουσα η βραδιά. Με μερικούς λεκτικούς ξεστρατισμούς αλλά χωρίς ακραίες συμπεριφορές. Με λίγα νεύρα παραπάνω από κάποιους αλλά με σύντομη επαναφορά στην τάξη από τον υπεύθυνο πρόεδρο της αίθουσας.
Και ήταν εν ολίγοις ακόμα μια νύχτα στο κοινοβούλιο, γιατί τα τελευταία 3 χρόνια, οι μέρες δεν φτάνουν και η δουλειά ποτέ δεν τελειώνει, τα προβλήματα είναι πολλά και απαιτούν υπερωρίες και δουλειά στο σπίτι. Ίσως βέβαια να ήταν ελαφρώς πιο κρίσιμη η βραδιά καθώς στην ημερήσια ατζέντα ήταν μια σειρά νέων οικονομικών, φορολογικών και εργασιακών μέτρων να μελετήσουν και να εξετάσουν κατά πόσο θα βοηθήσουν τη χώρα να ανακάμψει από το «κακό» που τη βρήκε.

Τελείωνε την αγόρευσή του ο κος Σαμαράς και ετοίμαζε τις σημειώσεις του ο κος Παπανδρέου. Στα πίσω έδρανα όμως η κα Κατσέλη σηκώθηκε από τη θέση και πλησίασε τον κο Γιάννη, φύλακα της αίθουσας καθώς κάτι την «ενοχλούσε» στη μύτη της. Ο κος Γιάννης δεν είχε αντιληφθεί κάτι ανησυχητικό όποτε απλά την καθησύχασε και τη διαβεβαίωσε ότι θα έκανε έναν έλεγχο του χώρου για να σιγουρευτεί ότι όλα βαίνουν καλώς. Η κα Κατσέλη επέστρεψε στη θέση της.

Καθώς είχε ήδη ξεκινήσει και προχωρήσει την ομιλία του ο κος Παπαδήμος, ο κος Παπανδρέου ήταν εξόχως σύντομος, παρατηρείτο κινητικότητα και όλο και περισσότεροι βουλευτές είχαν αρχίσει να θορυβούνται, χωρίς εμφανή λόγο, και να κοιτούν γύρω τους και προς τις εξόδους της αίθουσας καθώς δεν ήταν πια μόνο η κα Κατσέλη που μύριζε καπνό.

Ο κος πρόεδρος της συνεδρίασης αφού ενημερώθηκε από τη φρουρά του κτηρίου, διέκοψε ευγενικά τον κο Παπαδήμο για να ενημερώσει τους παρευρισκόμενους ότι οι είσοδοι του κτηρίου είχαν δεχτεί επίθεση και είχαν πιάσει φωτιά. Η φωτιά δεν είχε εντοπιστεί από το σύστημα πυρανίχνευσης και οι φύλακες είχαν προσπαθήσει να σβήσουν τις μικρές, αλλά πολυάριθμες, εστίες φωτιές με τους πυροσβεστήρες ασφαλείας, αλλά δυστυχώς δεν τα είχαν καταφέρει. Η πυροσβεστική είχε ειδοποιηθεί αλλά δεν είχε φανεί εδώ και ώρα, οπότε και η φωτιά είχε αρχίσει να εξαπλώνεται καθώς τα πάντα είναι ξύλινα στις αίθουσες του κοινοβουλίου και τα παχιά χαλιά αποδείχθηκαν καλή επένδυση για την ραγδαία εξάπλωση της φωτιάς.

Ο κος πρόεδρος, καθοδήγησε τους βουλευτές στις εξόδους κινδύνου και παρακάλεσε για τη διατήρηση της ψυχραιμίας όλων ώστε να αποφευχθούν τα χειρότερα.
Δεν ήξερε και ο ίδιος ότι πλέον ήταν πολύ αργά για τέτοιες δηλώσεις.

Όλες οι έξοδοι του κτηρίου είχαν πιάσει φωτιά. Οι ξύλινες κάσες καίγονταν και οι φλόγες υψώνονταν 4 και 5 μέτρα. Ο καπνός είχε αρχίσει να μαυρίζει τους τοίχους και να γεμίζει το κτήριο αφού ήδη οι σπίθες βοήθησαν τη φωτιά να φτάσει και στα ενδότερα του κοινοβουλίου. Οι μεγαλύτερης ηλικίας βουλευτές είχαν ήδη αρχίσει να παρουσιάζουν δυσκολίες στην αναπνοή από τους καπνούς και η ανάγκη για βοήθεια από «εξώ» ήταν όλο και πιο επιτακτική και επείγουσα. Κινδύνευαν ζωές βουλευτών. Οι κλήσεις στην πυροσβεστική γίνονταν απανωτά χωρίς όμως τα πυροσβεστικά οχήματα να καταφθάνουν ποτέ.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως τα πυροσβεστικά οχήματα ήταν από ώρα εκεί. Όπως επίσης και οι αστυνομικές δυνάμεις ήταν από μέρες εκεί έτοιμες να αποτρέψουν τα τυχόν «χειρότερα», αυτά που είχε κάνει λόγο πριν ο κος πρόεδρος.
Ήταν όλοι εκεί, έξω από το ιστορικό κτήριο της Βουλής.
Όλοι σε παράταξη, σε κύκλο γύρω από το κοινοβουλιακό τετράγωνο και έτοιμοι να σώσουν την κατάσταση.

Στο εσωτερικό η κατάσταση χειροτέρευε κάθε λεπτό, και τώρα πια και οι νεότεροι σε ηλικία βουλευτές είχαν αρχίσει να χάνουν και αυτοί τις αισθήσεις τους.
Η φωτιά σταμάτησε ώρες μετά και τότε ήταν που «επενέβησαν» και οι πυροσβεστικές δυνάμεις για να αντιμετωπίζουν ένα θέαμα αξεπέραστο.
Τριακόσια κουστούμια, και τα τριακόσια γκρί. Μια αίθουσα σε πλήρη απαρτία και αναίσθητη στην απόλυτη πλειοψηφία της.

Το νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, σε όλη την πόλη. Κανείς δε χάρηκε. Και κανείς δε λυπήθηκε. Κάποιοι μόνο έβγαλαν έναν αναστεναγμό σαν ανακούφισης. Μόνο αυτό.

Την επόμενη μέρα αφού έβρεξε για 5 ώρες, βγήκε ο ήλιος και σιγά σιγά και με το φως του ήλιου όλα μπήκαν στη θέση τους και η ζωή συνεχίστηκε.
Όχι από εκεί που την αφήσανε. Από εκεί που την πήρανε.

last.day.at.work

Την τελευταία μέρα στη δουλειά δεν κρέμασα το παλτό μου στην κρεμάστρα. Την τελευταία μέρα στη δουλειά δεν φόρεσα καν παλτό. Είχε λιακάδα.

Είχε τον πιο ωραίο καιρό όλου του Δεκέμβρη.

Την ημέρα που πήγα στη δουλειά για να πάρω την αποζημίωσή μου δεν κράταγα τσάντα μαζί μου. ‘Έβαλα όλα τα λεφτά στο σουτιέν μου. Έτσι βγήκα στο δρόμο πλούσια σε όλα μου.

Τη Πέμπτη, που ήταν η τελευταία μέρα στη δουλειά, ήταν και προπαραμονή των Χριστουγέννων. Έτσι έκανα ένα μεγάλο τριήμερο. Ένα τριήμερο που κρατάει μέχρι τώρα, τρεις μήνες μετά.

Την τελευταία μέρα στη δουλειά κάποιοι έκλαιγαν. Αλλά δεν ήταν αυτοί που έφευγαν. Αλλά αυτοί που έμειναν. Δεν ξέρω για ποιο λόγο. Μακάρι να ‘ξεραν και οι ίδιοι.

Την τελευταία μέρα στη δουλειά έκλαψα κι εγώ λίγο. Δε το περίμενε κανείς. Ούτε κι εγώ. Αλλά να μωρέ, ήμουν, μετά από τέσσερα χρόνια, ξανά ελεύθερη. Και φοβήθηκα όπως φοβάται το καναρίνι όταν του ανοίγεις την καγκελόπορτα του κλουβιού του και του λες «πέτα». Μου δείξανε την πόρτα και μου είπανε «πέτα».

Την τελευταία μέρα στη δουλειά δεν είχα πάρει μαζί μου φαγητό από το σπίτι. Έφαγα πάλι και για πολλοστή φορά ένα κακό σάντουιτς από το σούπερ-μαρκετ. Η λιτότητα είχε ξεκινήσει μήνες πριν. Δε θα σταμάταγε τώρα.

Όταν πήγα στη δουλειά για τελευταία φορά, φόρεσα το μπλε μου παντελόνι, το κίτρινο πουκάμισο και έβαλα και τα διαμαντένια μου σκουλαρίκια. Ήταν η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου άλλωστε. Δε θα έπρεπε να φοράω τα ρούχα της πρότερης ζωής μου. Μιάς ζωής που διένυα την τελευταία της ημέρα.

Την τελευταία μέρα στη δουλειά δεν τη θυμάμαι καθαρά. Ήμουν αγουροξυπνημένη. Μόλις είχα ξυπνήσει από τον εφιάλτη….