S.O.S.

“Μια 90χρονη και ένας 60χρονος πήδηξαν από μπαλκόνι έκτου ορόφου πολυκατοικίας στην Πλατεία Bάθη. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, πρόκειται για μητέρα και γιο.”
(http://www.lifo.gr/now/society/10481)

-μαμά;
-έλα Πέτρο.
-είσαι έτοιμη;
-είμαι έτοιμη παιδάκι μου, πάμε;
-μαμά, είσαι σίγουρη;
-ναι Πετράκη μου. Εσύ; Είσαι έτοιμος;
-είμαι μάνα. Και είμαι ήρεμος επιτέλους. Δε με βλέπεις που γελάω;
-σε βλέπω παιδάκι μου. Πάμε λοιπόν.

Νομίζω αγκαλιασμένοι έπεσαν στο κενό. Και καθώς έπεφταν είδαν και οι δύο τον κο Σταύρο να τους περιμένει στο τέρμα της αβύσσου. Και χαμογελάσανε ακόμα πιο πλατιά. Λες και ήταν ευτυχισμένοι.

Μέρες.

Οι μέρες αλλάξανε
Και είναι όλες ίδιες

Η Δευτέρα δεν είναι μετά την Κυριακή
Η Τετάρτη δεν είναι πια στη μέση
Και η Πέμπτη δεν είναι η πιο φανταστική
Αφού ακόμα και η Κυριακή δεν είναι μελαγχολική
Και τέλος η Παρασκευή δεν μοιάζει καθόλου
μα καθόλου με γιορτή

Και τώρα εγώ είμαι πιο στενάχωρη
όλης της εβδομάδας
Σαν το ήξερε η νονά
Και πήγε και με βάφτισε και Ανθή και Κυριακή
Και τις μισές ήμερες είμαι το ένα
Και τις μισές το άλλο

Και για να μην πολυλογώ
Σε δύο είδη χωρίζονται οι τωρινές μου μέρες
Δεν έχει να κάνει ο καιρός
Και ούτε και ο τραπεζικός μου ο λογαριασμός

Έχει να κάνει με το μέσα μου

Δεν είναι που είναι κάπως κυριακάτικο
Είναι που δεν είναι και τόσο ανθηρό…

Γι αυτό νόνα αν θα με ξαναβάφτιζες
Και ήθελες δύο ονόματα να δώσεις
Άννα – Μαρία θα θελα να με έλεγες
Που ‘ναι τουλάχιστον βασιλικό!

Λίγο πριν τα 29.

Στα εικοσιοκτώ μου έφτασα
Και για να δούμε τι κατάφερα
Ας τα πάρουμε από την αρχή
Τότε που πήρα και την επιταγή

Όταν με απολύσανε
Και όλοι οι δρόμοι ανοίξανε
Εντελώς στα ξαφνικά

Κι έτσι την πρώτη πρώτου απόμεινα
Χωρίς δουλειά, και με ελάχιστα λεφτά
Γιατί τι νόμιζες για μένα;
Μια γραμματέας ήμουνα
και τίποτα καλύτερο

τηλέφωνα και καφέδες
Δευτέρα έως Πέμπτη
και την Παρασκευή αναλώσιμα
κλασέρ και τενεκέδες

τέσσερα χρόνια σπούδαζα
για τον Ρουσώ και τον Μακλούαν
τα άπαντά τους έμαθα
τον ίδιο τον Βέμπερ έβλεπα
στον ύπνο μου συχνά

Αλλά ας μη μιλήσουμε γι αυτό που ήθελα να γίνω
Άλλωστε δεν είχα βλέψεις τρομερές
Ούτε και κάνα «ψώνιο»
Τρανή ρεπόρτερ να γενώ
Να παίρνω συνεντεύξεις
Από ατάλαντους φελλούς
Και από λοιπούς γελοίους

Μα για το τώρα να μιλήσουμε
γι αυτό που πήγα κι έγινα

που όλη τη μέρα κάθομαι
Και μουσική ακούω
Και γίνομαι νοικοκυρά
Έτοιμη και πρόθυμη για γάμο
Με κάποιον με παρρά

Συχνά βαριέμαι δυστυχώς
Πολλές φορές θα έλεγα
Αλλά και τότε συνεχίζω
Σαν τίποτα να μην συνέβη
Αρκεί να μη δακρύζω

Γιατί όταν δακρύζω ρε παιδιά
Σταματημό δεν έχω
Τα δάκρυα γίνονται νερά
Που γρήγορα με πνίγουν

Το ξέρω ακούγομαι μελό
Μα ειλικρινά δε φταίω εγώ
Έτσι δεν είναι φίλοι μου;
Δε φταίω εγώ.
Φταίτε εσείς που δεν είστε…

εδώ.

Η Κική Μετά

Από το μπαλκόνι.
Της κουζίνας το μπαλκόνι.
Φαίνεται η Κική.
Η Κική των 57. Δεν είναι ψηλή και δεν είναι και κοντή.
Δεν είναι αδύνατη αλλά σίγουρη είναι παχουλή.
Τα μαλλιά της είναι μαύρα και τα δόντια, μαύρα κι αυτά.
Μαύρα όλα της Κικής
Και γι’ αυτό τη συμπαθείς.
Τη συμπονάς, την αγαπάς, γιατί βασανισμένη η Κική
Στο σπίτι και στη φυλακή
Στο μπουρδέλο και την κατήχηση

Στα νιάτα της ωραία ήταν
Και ακόμα είναι δηλαδή.
Τα μαύρα της πηγαίνουνε,
Και οι μπούκλες οι βαριές
Γι’ αυτό και την πολιορκεί
Ο Άλεξ
από 18 χρονών παιδί

Έτσι και την Κική στα 60 της
Την κούρασε η αντίσταση
Και τον 25άρη αγάπησε
Στον Άλεξ παρεδόθη

Δεν το θελε η καψερή, δεν ήταν επιλογή
Ήταν μια φλόγα ερμητική που δεν κατάφερε εν τέλει να αγνοηθεί
Αλλά οι χωριανοί δεν το δεχτήκανε
Και δε την αποδεχτήκανε
Αυτή τη σχέση τη μοντέρνα
και την «επιφανειακή»

Γι’ αυτό και έφυγε η Κική,
Παρέα με τον Άλεξ
Και για άλλα μέρη φύγανε
Για άλλες παραλίες
Χωρίς ντροπή και ενοχή
Τον έρωτα να ζήσουνε
Όπως τους αξίζει και έπρεπε
σα γιορτή

Γιατί μικρή είναι η ζωή
κυρίως όμως για την Κική
εν αντιθέσει με τον Άλεξ
που’ ναι ο ίδιος μικρό παιδί…

Ο Αλέξ χρόνια δούλευε
Βαφειάς σε ένα βαφείο
Δερμάτων και πολυθρονών
Καγκέλων και μαξιλαριών

Από μωρό εδούλευε κι εκανε οικονομία
Τη μέρα τη χαρμόσυνη να πάνε Βενετία

Για προς τα κει εκίνησαν
Ο Άλεξ και εκείνη
Τον έρωτα να ζήσουνε
με γόνδολα να πλεύσουνε
Και με κρουαζιερόπλοιο
να σκίσουν τα νερά
«Θαμπώνοντας» το φινιστρίνι

Όλα αυτά τα κάνανε
Που λες, τα καταφέραν
Και Βενετία και Μπαλί
Και Μοντε Κάρλο για σκουμπρί
Ζωή μεγάλη για την Κική
Μέχρι και την Κυανή ακτή

Εκεί όμως στους πλούσιους, στους άλλους ταξιδιώτες
Ένα παλιό της «φίλο» πέτυχε η 60άρα η Κική
Ένα παλιόβιομήχανο
Καθίκι στην ψυχή
Μίκυ τον ελέγανε τον κοιλαρά τον μαύρο τον κουβά
Μαύρα μαλλιά και μαύρος στην ψυχή
Κι αυτός, όπως και η Κική

Μασέλα όμως γυαλιστερή λευκή και πορσελάνινη
Και ρόλεξ χρυσαφί
Και με έπαυλη με γκαράζ έξω από την Κορσική

Που λες μαζί με αυτόνανε άρχισε η δικιά μας
Τα σουξου μουξου και αμάν
Και τα τσαλίμια του κανε
Του γερο-τουρκαλά
Κι αυτος την πολιόρκησε, με στόχο μεγαλεία
Να της χαρίσει, ασήμια και χρυσά
Από βραχιόλια και σερβίτσια, μέχρι οδοντοστοιχία

Και κάπου εκεί η Κική δεν άντεξε
στον Μίκυ παρεδόθη
Δεν το θελε η καψερή, δεν ήταν επιλογή
Έπρεπε κάπως όμως
Να συνταξιοδοτηθεί

Και ο Άλεξ ο μικρός και ο παραμυθένιος
τα χάλασε όλα τα λεφτά
για την κυρά Κική
Τίποτα δεν άφησε για τα γηρατειά

Βέβαια είχε τα νιάτα του αυτός,
Και τη ζωή… κι αυτή δική του
Δεν ήθελε τίποτα από αυτά όμως ο χαζός, παρά μονάχα την Κική
Εκείνη λαχταρούσε.

Κι έμεινε μόνος ο μικρός
Μόνος και λυπημένος
Γιατί μπορεί να ναι μικρός
Μα είναι και ερωτευμένος…