Πως.να.χωρίς

Πως θα γίνει να αγαπηθούμε.
Να ερωτευτούμε.
Πως θα γίνει αυτό και πως θα το καταφέρουμε.
Χωρίς να μας πάρουν με τις ντομάτες οι μοντέρνοι.
Και χωρίς να πρέπει να είμαι κάτι άλλο για σένα. Να σου αρκώ εγώ.
Και χωρίς να μας πούνε γραφικούς οι κυνικοί.
Και να μη χρειάζεται να είσαι κι εσύ κάτι άλλο για μένα.
Και αν έχεις κάρτα αλλαγής εγώ να τη σκίσω.

Ακόμα και τώρα αστείοι πάλι νομίζω ακουγόμαστε.

Και θα γυρίσεις και θα πεις, «άλλωστε, αστείοι δεν είναι όλοι;»
Και θα απαντήσω να σου πω, «δε βλέπω κανέναν.»
Και δεν θα είναι αργά, όπως στις νουβέλες, θα είναι μόλις πολύ νωρίς.

Advertisements

Καλοκαιρινό μελό.

Γιώργο, θυμάσαι τότε που.
Που ήμασταν μαζί και γελάγαμε.
Γελάγαμε με ό,τι βλέπαμε στο δρόμο.
Στο δρόμο που περνάγανε τα μεγάλα αυτοκίνητα.
Αυτοκίνητα που κουβαλούσαν άλλα αυτοκίνητα.
Στραπατσαρισμένα, και κάθε πρωί.
Κάθε πρωί, ερχόσουν και με ξύπναγες με τα μπολ το γάλα έτοιμο.
Έτοιμος να εντοπίσεις την πιο μεγάλη νταλίκα, που θα περνάει την εθνική.
Πριν ακόμα ανέβει ο ήλιος, ανεβαίναμε εμείς στην ταράτσα.
Γιατί δεν είχαμε γυαλιά ηλίου. Είχαμε μόνο κιάλια.
Κιάλια να βλέπεις μόνο εσύ πιο μακριά από εμένα.
Να προλαβαίνεις να μετράς τα στραπατσαρισμένα αμάξια.
Αμάξια που μας κάναν και γελούσαμε.
Γελούσαμε και χύναμε το γάλα από το μπολ από τα γέλια.
Γέλια που κοπήκανε ως είθισται. Αφού σε ένα τέτοιο αμάξι βρεθήκαμε κι εμείς.
Μια νύχτα που δεν με ξύπνησες να δούμε τις νταλίκες.
Μια νύχτα που μια νταλίκα δε είδε εμάς. Δεν είδε ότι πηγαίναμε διακοπές στα νησιά.
Και μας στραπατσάρισε.
Αλλά φταίμε κι εμείς.
Που ξεκινήσαμε νωρίς, να πάμε να δούμε τα καράβια να φορτώνουν αμάξια.
Τα ολόκληρα και όχι τα στραπατσαρισμένα.
Και θέλαμε τα πλοία και όχι τις νταλίκες. Που είναι μεγαλύτερα.
Για να πάμε πιο μακριά.
Λες και θα πηγαίναμε κι εμείς μαζί με τα αμάξια τα ολόκληρα.
Αλλά η μοίρα μας ήταν τα στραπατσαρισμένα.

Κι εγώ.

Ζωή είναι αυτή
Ή δάνειο;
Ή δώρο;
Και που είναι η κάρτα αλλαγής;
Ή έχει επιστροφή χρημάτων
Αφού όλα με τα λεφτά να τα μετράμε

Ακόμα και η ευτυχία με τα λεφτά να έρχεται
Λεφτά να έχεις να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα
Και την πραγματικότητά σου;
Τι θα την κάνεις;
Θα την πετάξεις στα σκουπίδια;
Ή θα την ζήσεις;

Βάρυνα ίσως η νέα;
Ή μήπως να παραήμουν ‘λαφριά;
Μάλλον δεν είναι νέα πια
Νέα ήμουν παλιά

Τώρα είμαι γιαγιά
Χωρίς εγγόνια
Αλλά βαριά και ασήκωτη
Όπως πάντα ήμουν τελικά

Σαν τα όνειρα που μένουν
Απραγματοποίητα
Αφού δεν έχω τα λεφτά
και αναγκαστικά τα θάβεις
τόσο βαθιά
όσο και τα μυστικά.

candid camera.

Η κάμερα είναι σταθερά τοποθετημένη σε ένα σημείο και κάθε 6 ώρες αλλάζει η κασέτα. Η κάμερα δείχνει ένα μπαλκόνι. Ένα μπαλκόνι σε έναν ακάλυπτο, με μια μπαλκονόπορτα, με κάτι κουρτίνες άσπρες μαύρες και καρό. Φαρδύ καρό.
Εκεί καθόμουν πάντα. Το ξέρω ότι εμένα δείχνει το μόνιτορ. Δεν κάθομαι γι’ αυτό όμως. Κάθομαι γιατί δεν θέλω τίποτα άλλο να κάνω. Επιλέγω να κάτσω εκεί. Προτιμώ από πολλά άλλα πράγματα να κάνω αυτό. Να κάθομαι εκεί. Εκεί νιώθω την ηρεμία που νιώθει κανείς όταν κοιτάει από ψηλά τα πράσινα λιβάδια.

Την κάμερα την είδα από καιρό ότι στέκει εκεί αλλά αν και είχα επιλογές, όπως και πριν εμφανιστεί αυτή είχα, δεν έφυγα από τη θέση μου. Νομίζω δεν μπορούσα κιόλας.
Δε μπορούσα να μετακινηθώ. Και τώρα ακόμα δεν μπορώ. Θέλω μερικές φορές να πάω να κάτσω σε άλλες θέσεις αλλά δεν μπορώ και ποτέ δεν τα καταφέρνω τις φορές π ου ειλικρινά προσπαθώ.

Όταν κάθομαι νιώθω να βαραίνω και σαν κέικ να φουσκώνω, αλλά να μην έχω την αλαφράδα του. Κάποιες μέρες ακόμα, νιώθω και να γερνάω, να ζαρώνω σαν τις ντομάτες στον ήλιο. Στον ακάλυπτο όμως δεν έχει ήλιο. Οπότε σκέτο γερνάω.

Περνάω πολλές μέρες εκεί. Και έχω ήδη περάσει μήνες εκεί. Και λέω να κάτσω κι άλλο. Θα περιμένω αρκετά ακόμα. Και μετά θα σηκωθώ. Θα κλείσω την κάμερα και θα συνεχίσω από εκεί που τα άφησα τα πράγματα. Όχι από εκεί με άφησαν εκείνα.
Γι’ αυτό έβαλα την κάμερα να με κοιτάει. Γιατί μόνο αυτή θα θυμάται.
Και θα θυμίζει και σε μένα. Πως πέρασα από τα 28 στα 50 απότομα.
Και όλα αυτά τα χρόνια στον ακάλυπτο.