Στη Θάλασσα.

Μπαίνανε και βγαίνανε
Και σταματημό δεν είχανε
Και μπαίνανε και ξανα βγαίνανε
Αμ τι μέσα θα καθίζανε;
Και σταματημό δεν γνωρίζανε
Ούτε και να στεγνώνανε, ούτε κι αυτό το ξέρανε
Χωρίς αιδώ κοιτούσανε
Και πλατσουρίζανε
Και μπαίνανε ξανά, και βγαίνανε
Και τον σταματημό δεν τονε μαθαίνανε
Δεν καταλαβαίνανε
Σαν τα ψάρια της θάλασσας και τα πουλιά του αέρος
Σαν φυσικό τους να ‘τανε
Ντροπή δεν δείχνανε και εμένανε χλευάζανε
Και μπαίνανε και βγαίνανε
Και στάζανε αλμύρα
Και κιόλας παραπονιόντανε
Ότι ζεστή ήταν η θάλασσα και δεν το πολύ χαιρόντανε
Και τρώγανε στο ενδιάμεσο

Το τίποτα φαινόταν να τους ένοιαζε

Κι εγώ που έξω έλιωνα
Και σέρβιρα και ίδρωνα
Καθόλου δεν τους ένοιαζα
Ούτε στιγμή δεν έδωσαν για να παρατηρήσουν
Πόσο πολύ τους ζήλευα

Που νέοι ήταν ακόμα
Και ακόμα δεν το ξέρανε
Πως το σημαντικότερο δεν ήτανε αυτό
Που μπαίνανε, δηλαδή, και βγαίνανε
Μα το σημαντικότερο ήταν άλλο

Το σημαντικότερο ήτανε…
Που ο ένας τον άλλονα είχανε…
Και η ζωή τους γέλαγε…
Και ο ήλιος δεν τους έκαιγε..

Αυτό ήταν που μέτραγε.

Δικαιολογίες.

Δε διαβάζω. Δε διαβάζω βιβλία λογοτεχνικά εννοώ. Ζηλεύω τους συγγραφείς που γράφουν ωραία διηγήματα και πληρώνει κάποιος και τυπώνει τις νουβέλες τους. Ζηλεύω αρκετά θα έλεγα.
Ούτε και σε χορευτικές παραστάσεις πηγαίνω. Ζηλεύω τα κορμιά των χορευτών. Θα θελα κι εγώ ένα τέτοιο σώμα να το κρύβω κάτω από τα χειμωνιάτικα ρούχα και να ξαφνιάζονται όλοι όταν θα παραστεί η ανάγκη και θα κάνω δύο ρόδες και δύο τριπλά λουπ στον αέρα. Και φυσικά, ούτε συναυλίες βλέπω. Ούτε κλασικές ούτε και μοντέρνες. Δεν αντέχω στο θέαμα ενός επιδέξιου κιθαρίστα που πληρώνεται για το ταλέντο του. Σίγουρα θα έχει ρίξει και πολύ δουλειά βέβαια, αλλά τα ταλέντα ξεχωρίζουν, και αυτά είναι που σπαράζουν τα μέσα μου να βλέπω.
Σκάω από τη ζήλια μου όταν βλέπω τους βιολιστές να συγχρονίζονται όλοι μαζί. Είκοσι βιολιστές να μαζεύονται κάθε μέρα και να κάνουν πρόβες για να πάνε στην άλλη άκρη του κόσμου να παίξουν μερικά κονσέρτα. Όλους αυτούς τους ζηλεύω που όταν θα τους ρωτάνε «τι δουλειά κάνετε;» θα απαντάνε «α, είμαι βιολίστρια στην κρατική ορχήστρα της Βιέννης, α».
Και ούτε και οι πολλές κοινωνικές συναναστροφές μου πολυαρέσουν. Γιατί πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να συναντήσεις κάποιον που έχει μπει με υποτροφία στο Columbia, ή να είναι διδάκτορας στα εικοσιοκτώ του χρόνια, στο Central Saint Martin’s, και να συναναστρέφεται κι αυτός με τη σειρά του τον Chomsky και τον Moralioglou. Ή ακόμα κάποιον που είναι απλά νεότερος από εσένα. Από εμένα δηλαδή.
Και όταν με αναγκάζει η ζωή να συναναστραφώ και να συνδιαλεχτώ με άλλους και άλλες, αποφεύγω να ρωτάω, και ούτε και να με ρωτάνε θέλω. Δε θέλω να ρωτήσω και να μου πούνε «α, πήγα διακοπές στην Κορσική γιατί ήθελα κάτι διαφορετικό, α» και ούτε θέλω και να με ρωτήσουν γιατί δε θέλω να μάθουν ποτέ ποια θα είναι η δική μου ειλικρινής απάντηση σε αυτό.

Γενικά ζηλεύω. Δυστυχώς. Δεν το θέλω. Είναι που είμαι ζηλιάρα. Αλλά το κρύβω καλά. Δεν το καταλαβαίνουν οι άλλοι.
Γιατί το κρύβω καλά.
Κρύβομαι καλά. Ούτε σε συναυλίες πηγαίνω, ούτε σε θέατρα και κονσέρτα, ούτε σε μπαρ και ρεστοράν. Ευτυχώς. Κανείς δε με έχει πάρει χαμπάρι.

Είναι όλοι, όλοι αυτοί που ζηλεύω δηλαδή, ηλίθιοι εν τέλει.
(Γελάκι. Σατανικό. Μοναχικό.)

Jenny’s Inv.

1.
Όταν έρχεται το καλοκαίρι χαίρομαι για 5 πράγματα το περισσότερο:
1. Τη μεσημεριανή ησυχία στη γειτονιά
2. Την πισίνα που βάζω στην ταράτσα μου
3. Το καρπούζι
4. Το ότι τα ελληνικά νησιά είναι μια ανάσα μακριά
5. Το θερινό σινεμά
6. Τον Δεκαπενταύγουστο στην Αθηνα

2.
Έξω από το παράθυρό μου, σε πρώτο πλάνο βλέπω 3 γλάστρες. Η μία έχει ένα βασιλικό που μάχεται για τη ζωή του καθημερινά. Η μία έχει ένα γεράνι, που παραμένει στη ζωή, παρά τις αντιξοοότητες, και έχει και με γλάστρα γεμάτη με χώμα, για να μου θυμίζει το πεπερασμένο της ζωής, γιατί αυτό που άνθιζε κάποτε εκεί μέσα, δεν άντεξε.

Σε δεύτερο πλάνο βλέπω την ταράτσα των απέναντι. Οι απέναντι είναι μια οικογένεια Ρουμάνων. Στο σπίτι μένουν παππούς, γιαγιά, με τα 4 παιδιά τους και μερικούς γαμπρούς και νύφες και κάμποσα εγγόνια. Τα εγγόνια της οικογένειας, ηλικίας δημοτικού, είναι αγόρια και κορίτσια και στο σύνολο οχτώ. Οχτώ εγγόνια στην ταράτσα παίζουν από το πρωί και την τελευταία εβδομάδα, κάνουν και μπάνιο σε μια μεγάλη φουσκωτή πισίνα που τους πήρε ο παππούς τους.

Στη γειτονιά, το χαμηλότερο σπίτι (ένας όροφος) είναι το σπίτι που μένουν οι Ρουμάνοι. Τα υπόλοιπα κυμαίνονται από δύο έως τρείς ορόφους. Όταν παίζουν τα εγγόνια βγάζοντας άναρθρες κραυγές ικανοποίησης από τη ζωή που διάγουν, δημιουργείται το εφέ του θεάτρου της Επιδαύρου και, κάτι «σπάει» μέσα μου. Μάλλον αυτό που «σπάει» είναι το μητρικό μου ένστικτο.

Όταν βγαίνω όμως στο μπαλκόνι, για να ρίξω άγρια βλέμματα στους Ρουμανο-γαμπρούς που τροχίζουν ξύλα και επιφάνειες μέρα μεσημέρι, το βλέμμα μου πέφτει λίγο πιο αριστερά, και βλέπω το Λυκαβηττό, που φαίνεται μια άκρη του, και γέρνω και λίγο επάνω στο κάγκελο και τον βλέπω ολόκληρο το Λυκαβηττό και μέσα μου σαν κάτι να «δένει».

3.
Δεν έχω ωστόσο άλλους φίλους bloggers, πέρα από τη Τζένη, οπότε δεν μπορώ να περάσω την αγάπη σε άλλους. Οπότε θα τη γυρίσω πίσω στη Τζένη, πολλαπλή…
Τζένη, θα τα πούμε από κοντά σύντομα. Εκεί και όχι εδώ…

Εξαδέλφη Βέρα

Πως αποδέχεσαι την ασχήμια σου Βέρα εσύ; Την κακομορφία του προσώπου σου, πως φτάνεις να την αγαπάς; Το κακοσχηματισμένο «εγώ» σου;
Όταν κοιτάς τα αγόρια που κοιτάν τα άλλα κορίτσια που κοιτάν αλλού γιατί έχουν χορτάσει βλέμματα εκείνα τα κορίτσια. Πώς νιώθεις; Πιο όμορφη στην ψυχή ή μήπως ακόμα πιο αλλόκοτη στην όψη; Πως εξοικειώνεσαι με την όψη σου την μη αποδεκτή; Την εκατομμύρια απορριφθείσα. Την χιλιοειδωμένη στον καθρέφτη με προσοχή και παρατηρητικότητα επιστήμονα. Όταν γνωρίζεις κάθε χιλιοστό αλλά νοερά το κάθε χιλιοστό δεν είναι όπως το γνωρίζεις. Όταν το έξω σου, δεν είναι το μέσα σου. Όταν άλλο έξω και άλλο το μέσα σου.

Τα σμιγμένα φρύδια και οι κόκκινες στάμπες; Τα φουσκωτά μάγουλα και το προγούλι πως παραμένουν ίδια μετά από τόσα ταξίδια και τόσα βιβλία; Δεν εξελίσσεσαι παρά μόνο μέσα σου. Το «όξω» σου σταμάτησε την εξέλιξή του όταν πρωτοσχηματίστηκε άσχημο. Το πνεύμα σου και η ψυχή σου είναι μονίμως μεταβαλλόμενα. Αλλά μονάχα εκείνα. Και άλλο εκείνα και άλλο «εσύ».

Πώς όλα συνυπάρχουν στο μοναδικό σου «εγώ»; Γιατί ένα μονάχα εαυτό έχεις και εκεί έχεις μόνο να τα στριμώξεις όλα. Αν δεν βρεις τρόπο να τα στριμώξεις. Θα γίνουν ένας όγκος που θα σε σκοτώσει. Ολόκληρη. Αλλά πριν θα σε κάνει ακόμα πιο ξένη. Με το μέσα σου. Το «μέσα» με το «έξω» σου πιο ξένο και πιο παράταιρο.
‘Έφτασες σαράντα και ακόμα άλλο περιμένεις να δείξει ο καθρέφτης.

Πότε θα μου δώσεις απάντηση για το πώς τα καταφέρνεις;
Αν τα καταφέρνεις. Δεν τα καταφέρνεις. Κάθε μέρα πεθαίνεις. Μόνο το μέσα σου.
Το έξω σου συντηρείται για να σκοτώνει το μέσα σου, το εγώ σου.
Το πρόσωπό σου θα γεράσει με το χρόνο του. Η καρδιά και το πνεύμα σου, γεννήθηκαν ρυτιδιασμένα. Και ρυτιδιασμένα θα πεθάνουν. Γιατί δεν τα είδε ποτέ ο ήλιος.
Η κουρτίνα δεν τραβήχτηκε ποτέ. Ούτε από εσένα και ούτε και από κανένα, Βέρα, αφού κανείς δεν σήκωσε καν το χέρι του, πόσο μάλλον να ανοίξει τα μάτια του.

On the road.

Η αίγινα δεν είναι η αίγινα. Είναι το staten island.
Και η αθήνα που παρατηρώ από τη βεράντα δεν είναι η αθήνα. Είναι το νησί του manhattan.
Τα φωτάκια που λάμπουν το βράδυ δεν είναι οι εργατικές πολυκατοικίες του πειραιά. Είναι οι ουρανοξύστες και το empire state building.
Κάθε σαββατοκύριακο έρχομαι εδώ. Δεν μου αρέσουν τα Hamptons. Προτιμώ να παίρνω το φέρυ.

Η αγία Μαρίνα δεν είναι η Αγία Μαρίνα. Είναι η rue Saint-Philippe στη Νίκαια της Γαλλίας. Αν και οι φοίνικες δεν έχουν πάρει πολύ μπόι. Και το beach bar παίζει και αυτό Kylie Minogue. Όπως όλα τα beach bar της γης.

Το 30 ετών Suzuki δεν είναι το 30 ετών Suzuki. Είναι το νικητήριο αγωνιστικό στο τελευταίο ράλι ακρόπολης. Γι’ αυτό είναι γεμάτο χώματα και βρώμικο. Έτσι είναι τα ράλι.

Από το λάπτοπ μου δεν λείπει το πλήκτρο “r”. Δεν έχει ξεκολλήσει κατά λάθος. Το λάπτοπ μου έχει όλα τα πλήκτρα γιατί είναι γραφομηχανή, από τις πρώτες. Από αυτές που γράφανε οι beatniks.

Γιατί κι εγώ δεν είμαι εγώ. Είμαι ο Κέρουακ. Και το μόνο που μου λείπει είναι ένα σπίτι στο Chelsea. Για να αγναντεύω από εκεί την Αίγινα.