Θα κάνω πίσω.

Τσιμέντο νιώθω τα μέσα μου
Μπετόν αρμέ τα σωθικά μου
Από σκυρόδεμα το συκώτι μου
Η καρδιά και η κοιλιά μου

Ανθρακονήματα τα έντερα
Κι η σπλήνα μου και τα νεφρά μου
Από νταμάρι καταγόμενα
Και των πνευμόνων οι βρόγχοι
Από τον πιο σκληρό χάλυβα

Οι φλέβες μου υδράργυρο κυλάνε
Και αυτές και οι αρτηρίες μου
Άκαμπτες μοιάζουν να ναι

Το δέρμα μου είναι απαλό
Λευκό και βαμβακένιο
Και τα μαλλιά μου απαλά
Μεταξωτή βισκόζη

Το άγγιγμά μου τρυφερό
Σαν μάνας πάνω στο μωρό
Και τα φιλιά μου τρυφερά
Αθώα, σα να ‘ταν παιδικά

Πως συνυπάρχουν όλα αυτά;
Πως άραγε συμβαδίζουν;
Πως κολυμπάω στα βαθιά;
Πως σε δυο πόδια ισορροπώ;
Μα πώς και συνεχίζω;

Το κυριότερο όμως ερωτηματικό
Είναι γιατί δεν αντιδρώ
Γιατί κάθομαι και κοιτώ
Και περιμένω να σωθώ

Από αυτούς που ευθύνονται
Που τόσα κιλά ζυγίζω
Από αυτούς που σώθηκαν
Πριν καν εγώ «ξυπνήσω»

Τουλάχιστον τώρα «ξύπνησα»
Και θα επαναστατήσω
θα γίνω κι απ’ έξω γυάλινη
να μην δακρύζω κάθε φορά
που κι άλλο θα κάνω πίσω.