Δύο Τετάρτες πριν

Τα τριαντάφυλλα δεν μου αρέσουν καθόλου. Πολλή φασαρία για το τίποτα. Προτιμώ πιο σεμνά άνθη. Όπως, είναι οι ανεμώνες, ή τα γαρύφαλλα. Έστω και τα χαμομήλια. Και για τον ίδιο λόγο δεν κάνω διακοπές στη θάλασσα τα τελευταία χρόνια. Ακόμα περισσότερη «φασαρία», άνευ λόγου. Έχω καταφέρει να αγνοήσω το καλοκαιρινό στερεότυπο, και έτσι περνάω τις ημέρες αδείας μου στο βουνό, ή σε λίμνη κοντά. Το καλοκαίρι που πέρασε, ωστόσο, δεν πήγα πουθενά. Το πέρασα στην Αθήνα. Ούτε με άμμο γέμισα τις βαλίτσες μου, ούτε με το βουνίσιο χώμα τα παπούτσια μου.
Δεν είναι τόσο ότι ήμουν οικονομικά στενεμένη, αλλά δεν είχα και τη διάθεση για διακοπές. Παρέμεινα στην Αθήνα, και κάθε βδομάδα ευχόμουν είτε «καλές διακοπές» σε μερικούς, είτε «καλή επάνοδο» σε κάποιους άλλους. Φέτος, ήμουν η ρεσεψιόν των Αθηνών.

Δύο Τετάρτες πριν, ήταν η Τετάρτη μετά τον Δεκαπενταύγουστο και ήταν ακόμα άδεια η Αθήνα. Αυτό ποτέ δεν με «βάραινε» -έχοντας περάσει και άλλους Δεκαπενταύγουστους στην Αθήνα- την ερημιά της πόλης, την βίωνα περισσότερο σαν γαλήνη, παρά σαν ψυχρότητα.
Στη γειτονιά είχε ασυνήθιστη ησυχία. Είναι το πρώτο μου καλοκαίρι σε αυτό το σπίτι, και η Φιλέριδος, που είναι πέρασμα για τον κεντρικό του Παγκρατίου, πάντα έχει φασαρία. Εκείνη την εβδομάδα όμως, τα μεσημέρια, ακόμα κι αν είχα τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές, άκουγα τους δείκτες του ρολογιού που χτυπούσαν στην κουζίνα, και τους χωνευτικούς ήχους τους πλυντηρίου που έρχονταν από το μπάνιο.

Μέχρι που άκουσα μια μηχανή, που έμοιαζε με τη μηχανή του Θανάση, να σταματάει και να σβήνει κάτω από το μπαλκόνι. Μόλις είχα τελειώσει το μεσημεριανό μου γάλα. Οι απρόσκλητες επισκέψεις δεν ήταν ποτέ οι πιο αγαπημένες μου. Καμία επίσκεψη δεν ήταν η αγαπημένη μου, για να είμαι ειλικρινής. Και σύντομα επαληθεύτηκε η υποψία μου, αφού μετά από λίγο άκουσα το κουδούνι.

-Έλα, εγώ είμαι.

Δεν τον αντέχω τον Θανάση. Είναι σαν τα τριαντάφυλλα για μένα ο Θανάσης. Πολλή φασαρία για το τίποτα. Είμαστε μαζί από παιδιά. Αλλά από τους δύο μας, εγώ ήμουν εκείνη που δεν έμεινα παιδί. Ήμουν η μόνη που μεγάλωσα. Ο Θανάσης, έμεινε προσκολλημένος στην οικογένειά του, χωρίς να βλέπει πως τώρα, δέκα χρόνια μετά την ενηλικίωσή του, θα μπορούσε να κάνει πολλά περισσότερα πράγματα, εκτός από το να μείνει εκεί, στο πατρικό του, και με εκείνη, τη μάνα του. Είχε μεν πετύχει στη ζωή του, είχε καταφέρει τα όσα τον προορίζανε, αλλά μέχρι εκεί. Ενώ εγώ είχα περάσει πολλά σκαμπανεβάσματα, είχα αλλάξει σπίτια και συνήθειες, εκείνος, απλά εκτελούσε οικογενειακές εντολές και επιθυμίες πείθοντας εαυτόν πως αυτό ήθελε και ο ίδιος.

Και μπορεί και να το ήθελε, αλλά εκείνη την Τετάρτη, μετά τον Δεκαπενταύγουστο, σαν να άνοιξε κάποιος το Θανασένιο κουτί, ο ίδιος ο Θανάσης, πολύ πιθανό, ήρθε λίγο διαφορετικός να με βρει, με τον ίδιο αυταρχισμό στο κουδούνι ωστόσο.

-Ζωή, πέθανε η μάνα μου.

Δεν είπε τίποτα άλλο και δεν είπα τίποτα άλλο. Τον άφησα να στριφογυρίσει στον καναπέ, μέχρι να βρει τη βολικότερη θέση, έγειρε τον ανεμιστήρα και τον ακινητοποίησε, ώστε όλος ο αέρας να χτυπάει το πρόσωπό του, και μετά με κοίταξε. Και αφού με κοίταξε πολλή ώρα, μου χαμογέλασε. Και μετά από ώρα αρκετή, μου είπε, πότε πέθανε η κυρία Κική, αν ήταν στο νοσοκομείο ή την είχαν φέρει σπίτι, αν ήταν μόνος του στο σπίτι, ή είχε έρθει και ο Γιώργος από το νησί, αν είχε στενοχωρηθεί, ή είχε ηρεμήσει μετά από τόσα χρόνια.

Ο Θανάσης, είχε ηρεμήσει τελικά, όπως είχα ηρεμήσει κι εγώ τόσα χρόνια, δεν θυμάμαι καν πόσα, που την είχα «σκοτώσει» τη μάνα μας μέσα στο μυαλό μου, μια και καλή, και χωρίς πολλά δράματα, από μέρους μου έστω. Δεν υπήρξε ποτέ μαμά για μένα. Ήταν μόνο ένα κομμάτι πάγου απρόθυμου να λιώσει. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, είχα ανακουφιστεί, γιατί θα είχα την ευκαιρία να φύγω από εκείνο το σπίτι, χωρίς να έχω ενοχές που θα τον άφηνα πίσω. Όταν παντρεύτηκε τον Γιώργο δεν ξαφνιάστηκα που ξέχασε τον μπαμπά τόσο γρήγορα και εύκολα, ξαφνιάστηκα που ο Γιώργος φαινόταν τόσο γλυκός και μειλίχιος, και η απορία μου για το αν ταιριάζανε πραγματικά οι δυο τους με έτρωγε πάντα.

Πάντα, γιατί ποτέ δεν ρώτησα τίποτα και κανέναν. Δεν είχα καμία επαφή μαζί της. Τον Γιώργο τον είχα γνωρίσει μέσω του Θανάση, που δεν έφυγε ποτέ από την οικογενειακή πολυκατοικία. Έτσι μάθαινα και τα νέα της. Από τον πιστό Θανάση. Μετά από χρόνια η απορία μου δικαιώθηκε. Δεν είχε αντέξει ο Γιώργος και είχε μετακομίσει στις Σπέτσες που είχε σπίτι ο ίδιος. Δεν χώρισαν επίσημα, και δεν τσακωθήκανε ποτέ. Απλά αποσύρθηκε ήσυχα ο Γιώργος. Είχα πάει πολλές φορές να τον δω μαζί με τον αδερφό μου. Μου θύμιζε τον πατέρα μου, και ήξερα πως και στον Θανάση, πραγματικός πατέρας είχε σταθεί.

Στην κηδεία της πήγα. Ήθελα να στηρίξω τον αδερφό μου, που όσο και αν το ξέρω ότι έφυγε ένας «δυνάστης» από τη ζωή του, ήταν βαθιά θλιμμένος. Η κηδεία έγινε όταν ακόμα ήταν άδεια η Αθήνα, και λίγοι ήρθαν να τη χαιρετίσουν. Ο κύκλος της έκανε ακόμα διακοπές στις πολυτελείς τους βίλες.
Χάρηκα πολύ που έλειπαν όλοι.

Από τα τριαντάφυλλα που στόλιζαν τη σωρό της, πήρα ένα όταν τελείωσε η νεκρώσιμη ακολουθία.
Πριν καλά-καλά μαραθεί, το πατίκωσα ανάμεσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, για να το έχω για σελιδοδείκτη και ένα ελάχιστο ενθύμιο από εκείνη. Δεν θα ήμουν αυτή που είμαι, αν δεν ήταν και εκείνη έτσι όπως ήταν. Ήθελα να τη θυμάμαι. Δεν θα μπορούσα άλλωστε και να την ξεχάσω.

Μετά την κηδεία, ο Θανάσης και εγώ, πήγαμε μια βόλτα μέχρι το Σούνιο. Δεν έκανε τη ζέστη του Αυγούστου. Έμοιαζε με μέρα Σεπτεμβρίου. Ξαπλώσαμε στην αμμουδιά για ώρες πολλές, αμίλητοι. Μάλλον περάσανε πολλές μέρες στην ίδια κατάσταση, γιατί θυμάμαι να επανέρχομαι όταν είδα να φεύγουν τα πρώτα χελιδόνια, τον Οκτώβρη.

Τότε μόνο η σκέψη μου άρχισε να λειτουργεί ξανά. Όταν άνοιξα το ξεχασμένο βιβλίο, και είδα τον αποξηραμένο σελιδοδείκτη, και δεν έβαλα τα κλάματα, μα απλά ένιωσα μια μελαγχολία να με πλημμυρίζει, όπως θα πλημμυρίζει η αγάπη φαντάζομαι. Κουκουλώθηκα με την κουβέρτα και συνέχισα να διαβάζω από εκεί που το είχα αφήσει, την Τετάρτη, μετά τον φετινό Δεκαπενταύγουστο.

Advertisements