Οξείες γωνίες

Το σπίτι της, διαμπερές, με παλιά κουφώματα και πολικές θερμοκρασίες, είναι γωνιακό και βυθισμένο σε μια ανισόπεδη λακκούβα. Τέσσερις δρόμοι -περίπου- συναντιούνται σε εκείνο το σημείο. Δε θα μπορούσα να αναφερθώ σε διασταύρωση, γιατί απλά, εκεί, δεν σχηματίζεται σταυρός. Δεδομένου όμως ότι επιδιώκω να δώσω εικόνα στον αναγνώστη, το μόνο που μπορώ με ασφάλεια να πω είναι ότι το σημείο που συναντιούνται οι τέσσερις δρόμοι, ένας ανηφορικός, ένας κατηφορικός, ένας με πλάγια κλίση και ένας επίπεδος, καλλιεργείται το εφέ μιας πεσμένης συστάδας ντόμινο.

Από το ευτυχές μπαλκόνι, λοιπόν, που επιβλέπει αυτό το σημείο της γης, η Τέτα, βλέπει κάθε πρωί, όταν όλοι κοιμούνται και όλα τα παντζούρια είναι κλειστά, να ανάβουν τα φώτα του καταστήματος που εδρεύει σε μια από τις οξείες γωνίες αυτού του πολεοδομικού ολέθρου.

Πιο συγκεκριμένα και γύρω στις 6 το πρωί, ο ιδιοκτήτης ξεκλειδώνει την πόρτα του μαγαζιού, ανάβει τα φώτα και χάνεται στον ορίζοντα των προϊόντων. Για περίπου μια ώρα, δεν υπάρχει καμία κίνηση στο χώρο παρά μόνο φώτιση. Κατά τις 7, θα ξεκινήσει να στήνει, μεθοδικά και απαράλλαχτα κάθε μέρα, το εμπόρευμα στο πλατύ πεζοδρόμιο που περιβάλλει το μαγαζί. Πύργοι από πλαστικές γλάστρες, τοτέμ από πολύχρωμες λεκάνες, παρτέρια από ψεύτικα λουλούδια, παραπετάσματα από χαρτιά υγείας και παραταγμένα μπουκάλια με καθαριστικά και απολυμαντικά υγρά δίνουν χρώμα στο περιβάλλον και νόημα στη ζωή αυτού του ανθρώπου.

Ήχο, από την άλλη, στο περιβάλλον, δίνει το απέναντι μαγαζί, στη λοξώς αντικρινή γωνία, που σύμφωνα με την επιγραφή στην τέντα ασχολείται με ταπετσαρίες αυτοκινήτων. Σύμφωνα όμως με την ωμή πραγματικότητα, ασχολείται με συστήματα επιτάχυνσης ρετρό αυτοκινήτων, δεδομένου ότι καθημερινά μουγκρίζουν οι αντίκες κάτω από το μπαλκόνι, πιθανότατα από τη χαρά τους για την καινούρια τους ταπετσαρία.

Χαρακτήρα όμως, σε αυτή την άχαρη γειτονιά, δίνει το παλιό καφενείο με τα κίτρινα γράμματα στο τζάμι και με τους χάρτες της Ελλάδας στον τοίχο και με τη μισή ξεθωριασμένη, μισή πορτοκαλί τέντα.

Γιατί είναι πάντα άδειο.

Εγώ, το σύμπαν

Έκανε το σαλόνι χώρο εργασίας και το χωλ σαλόνι. Το υπνοδωμάτιο διατήρησε το χαρακτήρα του και το μπάνιο -φυσικά- δεν είχε καμία άλλη προοπτική, εξαρχής. Τώρα έχει το χώρο να εργαστεί σκληρά για να γίνει αυτό που πιθανότατα προορίστηκε να γίνει, αν υποθέσουμε ότι τελικά αυτό, είναι κάτι άλλο από αυτό που ήδη έχει καταλήξει να είναι.
Η Τέτα, λοιπόν για για εισαγωγή, άλλαξε το Σταματία σε δισύλλαβο, όταν πείστηκε ότι αυτό το όνομα δεν ταίριαζε στις φιλοδοξίες της. Άλλαξε και σπίτι, όταν θεώρησε πως ήταν πολύ “νέα” για την παλιά της γειτονιά. Δεν περίμενε, βέβαια, ποτέ ότι τελικά θα είναι πολύ “γερασμένη” για την καινούρια, ούτε και ότι όσες φιλοδοξίες και να είχε, όσο μεγάλα σχέδια και να έκανε θα είναι πάντα Σταματία, στα χαρτιά και την ψυχή.
Πιθανότατα λοιπόν να ψάχνει κάτι, αλλάζοντας τη συνθήκη καθημερινά, ξεκινώντας από τη δωματιακή χρήση μέχρι τη σκέψη της. Είναι επίσης σχεδόν βέβαιο, παρά της πιθανής διάστασης που ήδη εκτέθηκε, ότι δεν ψάχνει αυτό που τελικά-μάλλον- βρήκε. Αυτό που όμως έχει τη σημαντικότερη σημασία, πέρα από βεβαιότητες και πιθανότητες, είναι ότι μέσα από αυτή την επίμονη, εσκεμμένη και σε πολλές συνέχειες μετάβαση προέκυψε ένα θαύμα.

Κάποιοι την υποτίμησαν. Ο συνάδελφος, η παλιά της γειτόνισσα, ο πρώην σύντροφος, η αδελφή της, η μάνα της, ακόμα και ο κύριος που πήγε για να ανανεώσει την κάρτα καυσαερίων. Το θαύμα δεν έχει να κάνει με την αντίδραση, φυσικά, της Τέτας σε όλα αυτά. Δεν διαολόστειλε κανένα. Ούτε με το αν η ίδια η Τέτα υποτιμά τον εαυτό της. Αυτό θα ήταν κλισέ και όχι θαύμα, αν όντως συνέβαινε.

Αλλά ούτε αυτό συμβαίνει, ούτε το άλλο, με το διάολο, συνέβη. Συνέβη, όπως είπαμε, ένα θαύμα. Μια μεγάλη έκρηξη συντελέσθηκε εκείνο το βράδυ καθώς ανέβαινε την ίδια ανηφόρα με τον ίδιο βηματισμό, όπως κάνει κάθε βράδυ μετά από οχτώ ώρες απραγίας και πριν από οχτώ ώρες αδράνειας. Κάτι ξεσκεπάστηκε και κάτι αποκαλύφθηκε.