Το κύριο πλεονέκτημα μιας μεγάλης μύτης

Πάντα το έκανα και ακόμα εξασκώ τη θέαση του εαυτού από μια αποσταση. Τη θέαση του δικού μου εαυτού. Ζω τη ζωή μου, από μέσα και από έξω. Αντιλαμβάνομαι την υπόστασή μου περισσότερο σαν την ηρωίδα ενός μυθιστορήματος παρά σαν φυσικό πρόσωπο που ζει και κυκλοφορεί στους δρόμους της Αθήνας, πληρώνει λογαριασμούς και περιμένει στις ουρές. Κάποιες φορές, μάλιστα, απογοητευόμαι που η καθημερινότητά μου δεν έχει το πάθος και τη γοητεία αυτής της ηρωίδας της φαντασίας μου, αλλά και πάλι δεν είναι αυτό το βασικό μου πρόβλημα. Το βασικό μου θέμα είναι ότι όντως δεν είμαι πρωταγωνίστρια ενός βιβλίου, ότι όντως οι πιθανότητες να βιώσω ένα «ευτυχισμένο τέλος» είναι φύσει περιορισμένες και ότι τελικά δεν ενδιαφέρει κανέναν να με ξεφυλλίσει.

Νωρίς λοιπόν, συνειδητοποίησα τα ελαττώματα του προσωπικού μου μάτριξ και συμβιβάστηκα με την ιδέα να είμαι ταυτόχρονα η ηρωίδα, ο μέσος αναγνώστης, η συγγραφέας και η έμπνευση αυτού του βιβλίου.
Μόνο εγώ βλέπω τον κόσμο που με περιβάλλει, μόνο εγώ περιγράφω γλαφυρά τη διαδρομή με το τρόλει στην Πατησίων και μονάχα εγώ αρέσκομαι στο να διαβάζω και  να ζω –μέσα από φαντασιακές σελίδες- τις περιπέτειες αυτής της ηρωίδας, που –στο τέλος της ημέρας- είμαι εγώ.

Κάθε μέρα όμως αναρωτιέμαι αν όλοι οι άνθρωποι που παρατηρώ στο δρόμο κάνουν τις ίδιες σκέψεις. Βλέπουν εκείνοι άραγε πόσο μυθιστορηματικοί είναι; Πόσο εκκεντρική ή πόσο ανείπωτα αδιάφορη -κατά συνέπεια εξίσου εκκεντρική- είναι η εικόνα τους; Έχουν αντίληψη τους δικού τους προσωπικού μάτριξ;
Μετά από χρόνια παρατήρησης, έξωθεν και ενδοθεν, πιστεύω ότι οι περισσότεροι δεν έχουν ιδέα για τη δική τους εικονική πραγματικότητα, όχι τοσο επειδή αδυνατούν, αλλά επειδή αδιαφορούν. Το πιθανότερο βέβαια είναι ούτε εγώ να έχω, γι’ αυτό και έχω καταλήξει στην κατασκευή αυτής της άκρως εγωκεντρικής και κατάφορα ναρκισιστικής εκδοχής. Ως συγγραφέας όμως παρατηρώ, εμένα και τους άλλους. Ενδοσκοπώ και κατασκοπεύω. Επικεντρώνομαι στη λεπτομέρεια, πριν αντιληφθώ το όλο. Αναζητώ τη διαφορά στη λεπτομέρεια, ακόμα κι αν έχω να κάνω με τον απόλυτο μέσο όρο.
Εξασκώντας λοιπόν αυτή την τεχνική καθημερινά, συνειδητά και με αυξανόμενο ενδιαφέρον όλα αυτά τα χρόνια, συνειδητοποιώ, εκ νέου κάθε φορά,το ήδη αναφερθέν. Ότι δηλαδή κανείς δεν δείχνει να παρατηρεί τον εαυτό του με τέτοια απόσταση που να του επιτρέπει να δεί πέρα από τον εαυτό του.

Αυτή η θεωρία έχει να κάνει με την αναλογία της απόστασης αυτοπαρατήρησης και σε σχέση με την πανοραμική γωνία του ευρύτερου περιβάλλοντος που αποκτά κάποιος όσο μεγαλώνει.
Όταν περπατάς στο δρόμο, για παράδειγμα, έχεις τη δυνατότητα να κοιτάς είτε προς την κατεύθυνση που οδεύεις, που είναι και αυτό που κάνουμε οι περισσότεροι, είτε αυτό είναι το ευθεία μπροστά, είτε το βλακώδες κάτω, είτε τη δυνατότητα να κοιτάς ο ίδιος τον εαυτό σου από ψηλά. Χωρίς να υποννοεί υπερφυσικές ιδιότητες, είναι μονάχα μια θεώρηση του κόσμου που χωρίζει (όπως όλα) τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες: σε εκείνους που κοιτάνε και σε εκείνους που δε βλέπουν. Όλοι κοιτάμε. Έχουμε μάτια λειτουργικά και με ή χωρίς βοηθήματα είμαστε εξοπλισμένοι με ικανοποιητική όραση. Όλοι έχουμε μάτια, λοιοπόν, και όλοι έχουμε μια μύτη, της οποίας το βεληνεκές είναι το όριο για όσους δεν βλέπουν.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s