Τελευταία αναπολώ

Αναπολώ κυρίως τα παιδικά μου χρόνια και έχοντας πια απόσταση από εκείνο το κορίτσι, μπορώ να κρίνω πόσο χαρούμενο ήταν, ή δεν ήταν και να του δώσω, έστω χρόνια μετά, μια ευκαιρία για απαντήσεις. Σκέφτομαι και εύκολα ανασύρω, αφού μάλλον δεν έπαψα ποτέ να τα σκέφτομαι όλα αυτα, καθημερινά και συχνά μέσα στη μέρα, καταστάσεις που έζησα όταν ήμουν παιδί και τις αναλύω υπό το πρίσμα του ενήλικού μου “εγώ”. Το εγώ. Το εγώ, φυσικά, δεν απουσιάζει ούτε λεπτό από όλη αυτή την κάθαρση, ή πιο σωστά, από αυτή την εσκεμμένη ρύπανση. Είναι εκεί το εγώ και φροντιζει να παραμένει το κεφάλι μου μέσα στο νερό, χωρίς να έχω καταλάβει ακόμα πόσο συμμετέχει σε αυτόν τον πνιγμό.

Αναπολώ, όσο το οξυγόνο μου λιγοστεύει, ποια ήταν τα σωστά και ποια ήταν τα λάθη, πόσο τελικά σωστά ήταν τα πρώτα και αν διορθώνονται ακόμα και τώρα τα δεύτερα.
Θυμάμαι, το καλοκαίρι στην Αίγινα με τη γιαγιά και το ολόσωμο μαγιό με το καρπούζι. Πριν φύγω για διακοπές στην Αίγινα, ένα από τα πολλά καλοκαίρια, είχα πάει στο μαγαζί με τη μητέρα μου να πάρω μαγιό. Από τα δυο επιλαχόντα, εγώ διάλεξα το μπικίνι με το πορτοκαλί πουα. Στη μητέρα μου άρεσε το ολόσωμο μαγιό με το καρπούζι. Με άφησε να πάρω αυτό που ήθελα, αλλά όταν ήρθε το πρώτο Σαββατοκύριακό του καλοκαιριού να μας δει, εμένα και τον αδερφό μου στην Αίγινα, έφερε και το ολόσωμο μαζί. Σα να είναι τώρα, τη θυμάμαι να το βγάζει από τη βαλίτσα με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. Έπρεπε να μεγαλώσω για να εκτιμήσω το μαγιό με το καρπούζι.
Θυμάμαι να φεύγουν οι γονείς μου τις Κυριακές, μετά από τα Σαββατοκύριακα του Ιουνίου και του Ιουλίου και να με ανεβάζει η γιαγιά πάνω στο πεζούλι με το κοντό κάγκελο να τους χαιρετήσω, για το λίγο που φαινόταν το αυτοκίνητο από τη βεράντα, πριν στρίψουν αριστερά για το λιμάνι. Δε θυμάμαι αν έκλαιγα. Τώρα πάντως κλαίω.
Θυμάμαι ένα δώρο Χριστουγέννων που βιάστηκε ο πατέρας μου να αλλάξει γιατί -μάλλον- δε μου άρεσε. Θυμάμαι τη σκηνή στην πόρτα να του λέω ότι μου αρέσει και να μην το επιστρέψει και θυμάμαι ειλικρινά να το εννοώ, αλλά εκείνος είχε ήδη μισοκλείσει την πόρτα πίσω του. Τώρα την μισοκλείνω εγώ.
Θυμάμαι τη μάνα μου να μας διαβάζει το βράδυ για να κοιμηθούμε. Ο αδερφός μου στο σαλόνι που το μισό του είχε απλόχερα -και πρόωρα- παραχωρηθεί για δωμάτιο, εγώ στο δωμάτιό μου και εκείνη στο χώλ, με αναμμένο το φως να διαβάζει. Όχι παραμύθι, αλλά ένα βιβλίο, ίσως που διάβαζε η ίδια εκείνο το διάστημα. Τώρα διαβάζω μόνη μου με το πορτατιφ αναμμένο και καμιά φορά μεγαλόφωνα. Αλλά πολλές φορές μου αρέσει και έχω και το φως του χωλ ανοιχτό.
Θυμάμαι το Λαγονήσι και τη γιαγιά να μου λέει να μη λέω καλημέρα, αν δεν έχω πλύνει το πρόσωπό μου πρώτα. Θυμάμαι να εξεγείρομαι μέσα μου, δεδομένου ότι η τουαλέτα ήταν έξω από το σπίτι, οπότε “τι περίμενε δηλαδή; να τη δω, να μην της πω καλημέρα, να πάω να πλυθώ και μετά να της πω;”. Ακόμα εξεγείρομαι και συνεχίζω να το κάνω από μέσα μου.

Όση ώρα έχω το κεφάλι μου μέσα στο νερό και ενώ τα χέρια μου να έχουν αρχίσει να κάνουν σπασμωδικές κινήσεις, προσπαθώ να καταλάβω τι έκρυβε ο χαρακτηρισμός “στριγκλίτσα” που συχνά μου απέδιδε και ακόμα μου προσδίδει η μάνα μου. Προσπαθώ να θυμηθώ πότε έπαψα να πιστεύω στις ικανότητες μου και πόσο απερίσκεπτα πήρα την απόφαση να πιάσω την πρώτη εύκαιρη δουλειά μετά τη σχολή για να μην επιβαρύνω κανένα οικονομικά, όσο πιο νωρίς, όσο πιο αθόρυβα.

Σπάω το κεφάλι μου, πριν πνιγώ, αν ήμουν εγώ τελικά που έκανα το μεγαλύτερο κακό, ποιός από όλους μας έχει αδικήσει τη μεγαλύτερη αδικία και ποιός από τους τέσσερις έχει τραβήξει την πιο παχιά μουτζούρα πάνω σε όλα μου τα κείμενα.
Ποιός είναι αυτός που τώρα παριστάνει το “εγώ” και όσο κρατάει το κεφάλι μου κάτω από το νερό, εκείνος κοιτάζεται φιλάρεσκα στον καθρέφτη.
Ελπίζω μόνο, Παναγιά μου, να μην είμαι εγώ. Μόνο αυτό.

Advertisements

Τηλεφώνημα

Μίλησα με τον Γιάννη. Με πήρε τηλέφωνο και έκανε σα να μην έχει συμβεί τίποτα. Γέλαγε, σα να μην έχει συμβεί τίποτα και για λίγες, διάσπαρτες στιγμές με έπεισε κι εμένα και το πίστεψα κι εγώ και έκανα κι εγώ σα να μην έχει συμβεί τίποτα. Κανονίζαμε να βρεθούμε. Δε θυμάμαι ποιος πήρε ποιον. Μάλλον εκείνος. Ούτε και συγκράτησα πολλά από το τηλεφώνημα, γιατί κοιμόμουν όταν με πήρε. Θυμάμαι όμως, ότι μιλήσαμε για λίγη ώρα, κανονίζοντας λεπτομέρειες για το μέρος και την ώρα συνάντησης.
Συνέχιζε να παριστάνει ότι δεν έχει συμβεί τίποτα. 

Αναρωτιέμαι τι να σημαίνει αυτό το τηλεφώνημα. Όλα τα τηλεφωνήματα κάτι σημαίνουν.  Σε ένα πρώτο επίπεδο ανάλυσης, μιλήσαμε στο τηλέφωνο, ενώ εγώ δεν είμαι του τηλεφώνου, κανονίσαμε να βρεθούμε οι δυο μας, ενώ εγώ δεν είμαι του “οι δυο μας” και δεν βιαζόμουν να το κλείσω, που εγώ είμαι του “πιάστηκε το αυτί μου, ας τελειώνουμε αυτό το μαρτύριο”. Δε βγαίνει άκρη.

Σε δεύτερο επίπεδο, δεν τον είδα, οπότε δεν ξέρω από που με έπαιρνε τηλέφωνο και (επιμένω) ακουγόταν σα να μην έχει συμβεί τίποτα. Είχε ησυχία από εκεί που με έπαιρνε, και το μόνο που ακουγόταν ήταν το τρανταχτό γέλιο του Γιάννη. Αυτό το γέλιο με παρέσυρε και με έκανε κι εμένα να πιστέψω για μερικά δευτερόλεπτα, ότι δεν είχε συμβεί τίποτα, ακόμα και αν την ίδια στιγμή ήξερα ότι όλα είχαν συμβεί.

Κλείνοντας κανονίσαμε τελικά να βρεθούμε, αλλά δε θυμάμαι λεπτομέρειες.
Ούτε το “που”, ούτε το “πότε”.  Θα ήθελα σύντομα, αλλά θα προτιμούσα όχι “εκεί”.

Στην αναμονή

Με τα φωτα κλειστά
Και τα μάτια ανοιχτά, ξαπλωμένη
περιμένω

Να περάσει η ώρα
Να τελειώσει η μέρα, πάντα
ελπίζω

Να κοιμηθώ σα μωρο
Να ξυπνήσω σαν κότα, τουλάχιστον
εύχομαι

Να μου αρέσει ο καθρέφτης
Να του αρέσω κι εγώ, και έτσι
στοχεύω

Να φτάσω αθόρυβα
Και με πάταγο να φύγω, και ξανά
θα περιμένω

Κι αυτή τη μερα
Με κλειστά τα φώτα και τα μάτια ανοιχτά
Να τελειώσει
Θα αναμένω

Όπως μια επίσκεψη σε ένα ιατρείο.
Τυχαίου γιατρού.

Νομίζω μεγαλώνω

Κάθε μέρα μεγαλώνω όλο και περισσότερο, αλλά ποτέ το ίδιο κάθε μέρα. Κάποιες μέρες μεγαλώνω μήνες και κάποιες άλλες μέρες μένω ίδια. Το ότι μεγαλώνω, ωστόσο, το αντιλαμβάνομαι, ύστερα και σε περιοδικό χρόνο και ποτέ τη στιγμή που συμβαίνει.

Για να καταλάβεις κι εσύ, το καταλαβαίνω ότι έχω μεγαλώσει όταν το πρόσωπό μου μοιάζει κουρασμένο, ακόμα και όταν είμαι ξεκούραστη, ή κάθε φορά που ενώ κάνω δίαιτα, όχι μόνο δε χάνω κιλά, αλλά παίρνω. Αντιλαμβάνομαι το -κατά την πλειονότητα- προφανές και αναπόφευκτο, ότι –δηλαδή- και εγώ μεγαλώνω, όταν παύω να εκπλήσσομαι ακόμα και από τα πιο φοβερά συμβάντα και από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα και κάθε φορά καταλήγω να προσποιούμαι το ενδιαφέρον μου για όσα εξιστορείται ο κάθε αγγελιοφόρος. Εκείνη ακριβώς η στιγμή που παύω να δείχνω την παραμικρή συγκίνηση για τα ακραία φυσικά φαινόμενα, τις οικογενειακές τραγωδίες και τις βαριές αρρώστιες, είναι η στιγμή που συνειδητοποιώ ότι όχι μόνο μεγάλωσα, αλλά αντιλαμβάνομαι πόσο «μικρή» είμαι, ήμουν πάντα και πάντα θα είμαι.

Η μεγαλύτερη συνειδητοποίηση, όμως, των ετών που περνάνε δεν συμβαίνει ούτε την ημέρα των γενεθλίων μου, ούτε και κάθε φορά που δείχνω αμέριστη αδιαφορία για μικρά και μεγάλα.
Οι στιγμές που παύουν οι υποψίες και οι θεωρίες, αλλά συνειδητοποιώ με όλη μου τη συνείδηση ότι μεγαλώνω, αμείλικτα και ανεπιστρεπτί, είναι κάθε που κοιτάω τις ρυτίδες… των άλλων.

Όταν βλέπω τους άλλους να μεγαλώνουν, να κουράζονται και να ζητούν βοήθεια. Τότε αρχίζει ο χρόνος να αχνοφαίνεται. Όταν εκείνοι στους οποίους έτρεχα εγώ για βοήθεια μέχρι πριν μερικές μέρες, ή χρόνια, τώρα έρχονται εκείνοι σε εμένα. Τοτε αρχίζουν τα χρόνια να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Όταν εκείνοι που κάποτε ήταν μεγάλοι κι εγώ μικρή μπροστά τους, τώρα είναι μεγαλύτεροι και εγώ δεν είμαι πια μικρή και ούτε είμαι πια μπροστά τους, παρά δίπλα τους. Τότε είναι που πια ξέρω, όχι ότι μεγαλώνω, αλλά ότι έχω μεγαλώσει εδώ και πολύ καιρό.

Το κύριο πλεονέκτημα μιας μεγάλης μύτης

Πάντα το έκανα και ακόμα εξασκώ τη θέαση του εαυτού από μια αποσταση. Τη θέαση του δικού μου εαυτού. Ζω τη ζωή μου, από μέσα και από έξω. Αντιλαμβάνομαι την υπόστασή μου περισσότερο σαν την ηρωίδα ενός μυθιστορήματος παρά σαν φυσικό πρόσωπο που ζει και κυκλοφορεί στους δρόμους της Αθήνας, πληρώνει λογαριασμούς και περιμένει στις ουρές. Κάποιες φορές, μάλιστα, απογοητευόμαι που η καθημερινότητά μου δεν έχει το πάθος και τη γοητεία αυτής της ηρωίδας της φαντασίας μου, αλλά και πάλι δεν είναι αυτό το βασικό μου πρόβλημα. Το βασικό μου θέμα είναι ότι όντως δεν είμαι πρωταγωνίστρια ενός βιβλίου, ότι όντως οι πιθανότητες να βιώσω ένα «ευτυχισμένο τέλος» είναι φύσει περιορισμένες και ότι τελικά δεν ενδιαφέρει κανέναν να με ξεφυλλίσει.

Νωρίς λοιπόν, συνειδητοποίησα τα ελαττώματα του προσωπικού μου μάτριξ και συμβιβάστηκα με την ιδέα να είμαι ταυτόχρονα η ηρωίδα, ο μέσος αναγνώστης, η συγγραφέας και η έμπνευση αυτού του βιβλίου.
Μόνο εγώ βλέπω τον κόσμο που με περιβάλλει, μόνο εγώ περιγράφω γλαφυρά τη διαδρομή με το τρόλει στην Πατησίων και μονάχα εγώ αρέσκομαι στο να διαβάζω και  να ζω –μέσα από φαντασιακές σελίδες- τις περιπέτειες αυτής της ηρωίδας, που –στο τέλος της ημέρας- είμαι εγώ.

Κάθε μέρα όμως αναρωτιέμαι αν όλοι οι άνθρωποι που παρατηρώ στο δρόμο κάνουν τις ίδιες σκέψεις. Βλέπουν εκείνοι άραγε πόσο μυθιστορηματικοί είναι; Πόσο εκκεντρική ή πόσο ανείπωτα αδιάφορη -κατά συνέπεια εξίσου εκκεντρική- είναι η εικόνα τους; Έχουν αντίληψη τους δικού τους προσωπικού μάτριξ;
Μετά από χρόνια παρατήρησης, έξωθεν και ενδοθεν, πιστεύω ότι οι περισσότεροι δεν έχουν ιδέα για τη δική τους εικονική πραγματικότητα, όχι τοσο επειδή αδυνατούν, αλλά επειδή αδιαφορούν. Το πιθανότερο βέβαια είναι ούτε εγώ να έχω, γι’ αυτό και έχω καταλήξει στην κατασκευή αυτής της άκρως εγωκεντρικής και κατάφορα ναρκισιστικής εκδοχής. Ως συγγραφέας όμως παρατηρώ, εμένα και τους άλλους. Ενδοσκοπώ και κατασκοπεύω. Επικεντρώνομαι στη λεπτομέρεια, πριν αντιληφθώ το όλο. Αναζητώ τη διαφορά στη λεπτομέρεια, ακόμα κι αν έχω να κάνω με τον απόλυτο μέσο όρο.
Εξασκώντας λοιπόν αυτή την τεχνική καθημερινά, συνειδητά και με αυξανόμενο ενδιαφέρον όλα αυτά τα χρόνια, συνειδητοποιώ, εκ νέου κάθε φορά,το ήδη αναφερθέν. Ότι δηλαδή κανείς δεν δείχνει να παρατηρεί τον εαυτό του με τέτοια απόσταση που να του επιτρέπει να δεί πέρα από τον εαυτό του.

Αυτή η θεωρία έχει να κάνει με την αναλογία της απόστασης αυτοπαρατήρησης και σε σχέση με την πανοραμική γωνία του ευρύτερου περιβάλλοντος που αποκτά κάποιος όσο μεγαλώνει.
Όταν περπατάς στο δρόμο, για παράδειγμα, έχεις τη δυνατότητα να κοιτάς είτε προς την κατεύθυνση που οδεύεις, που είναι και αυτό που κάνουμε οι περισσότεροι, είτε αυτό είναι το ευθεία μπροστά, είτε το βλακώδες κάτω, είτε τη δυνατότητα να κοιτάς ο ίδιος τον εαυτό σου από ψηλά. Χωρίς να υποννοεί υπερφυσικές ιδιότητες, είναι μονάχα μια θεώρηση του κόσμου που χωρίζει (όπως όλα) τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες: σε εκείνους που κοιτάνε και σε εκείνους που δε βλέπουν. Όλοι κοιτάμε. Έχουμε μάτια λειτουργικά και με ή χωρίς βοηθήματα είμαστε εξοπλισμένοι με ικανοποιητική όραση. Όλοι έχουμε μάτια, λοιοπόν, και όλοι έχουμε μια μύτη, της οποίας το βεληνεκές είναι το όριο για όσους δεν βλέπουν.

Short Feeling

Σήμερα το πρωί και όσο διάβαζα τον David Foster Wallace, για όσο τον διάβασα, στο μπαλκόνι μου, είδα μια πολύ όμορφη και ξανθιά γάτα να κάνει εμετό. Ο εμετός ξεχύθηκε στην τέντα που απλώνεται στις παρυφές του μπαλκονιού. Η τέντα απλώνει και μαζεύει με ένα μηχανισμό με σχοινιά που είτε λόγω ελαττωματικότητας, είτε λόγω εσκεμμένου σχεδίου, δεν τεντώνουν ποτέ την τέντα. Την αφήνουν, ακόμα και όταν τεντωμένη, τσαλακωμένη. Το χρώμα της τσαλακωτής είναι μπεζ, όπως και το χρώμα του εμετού της γάτας. Πάνω σε αυτή την ιδιότυπη τέντα παραπάτησε εκείνη για να βγάλει τα μέσα της έξω. Κάποιος θα της έπρηξε κι εκείνης τα συκώτια και θα περίμενε όλο το βράδυ, να απλώσουν την τσαλακωτή για να πάει να ξαλαφρώσει. Είδα από το πρώτο τραπέζι, τις συσπάσεις τους γυμνασμένου σώματος, το ανοιχτό στόμα, τα κοφτερά δόντια, το συμπαγές υγρό και τα μάτια της που με κοιτούσαν εντατικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της εμετικής διαδικασίας.

Το ότι με κοιτούσε επαγρυπνούσα ακόμα και όταν ασθενούσα, μου έκανε όχι μόνο εντύπωση, αλλά μου προξένησε ένα οξύ αίσθημα ζήλιας. Αναρωτιέμαι αν κατάλαβε πόσο τη φθόνησα που, αφού ξαλάφρωσε από τα βάρη της, έφυγε ανάλαφρη ισορροπώντας στο μαρμάρινο κράσπεδο, ύψωσε την ουρά της, τούρλωσε τα καπούλια της και τράβηξε το δρόμο της. Ζήλεψα την ευκολία, τη συνείδηση των πραγμάτων και το αναπόφευκτα γυμνασμένο σώμα. Φθόνησα την ισορροπία μεταξύ γκρεμού και μαρμάρου, το τέλειο της φύσης χωρίς συναισθηματισμούς και τη φύσει συναναστροφή με τις άλλες γάτες.

Το ότι πριν στρίψει τη γωνία γύρισε και με κοίταξε, με κάνει να πιστεύω ότι δεν κατάλαβε τίποτα, κυρίως γιατί δεν διέκρινα οίκτο. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο, νομίζω με κατάλαβε όσο ποτέ κανένας δεν κατάφερε να με καταλάβει. Όχι επειδή δεν προσπάθησαν, αλλά επειδή δεν έχω κάνει ακόμα εμετό.

Οξείες γωνίες

Το σπίτι της, διαμπερές, με παλιά κουφώματα και πολικές θερμοκρασίες, είναι γωνιακό και βυθισμένο σε μια ανισόπεδη λακκούβα. Τέσσερις δρόμοι -περίπου- συναντιούνται σε εκείνο το σημείο. Δε θα μπορούσα να αναφερθώ σε διασταύρωση, γιατί απλά, εκεί, δεν σχηματίζεται σταυρός. Δεδομένου όμως ότι επιδιώκω να δώσω εικόνα στον αναγνώστη, το μόνο που μπορώ με ασφάλεια να πω είναι ότι το σημείο που συναντιούνται οι τέσσερις δρόμοι, ένας ανηφορικός, ένας κατηφορικός, ένας με πλάγια κλίση και ένας επίπεδος, καλλιεργείται το εφέ μιας πεσμένης συστάδας ντόμινο.

Από το ευτυχές μπαλκόνι, λοιπόν, που επιβλέπει αυτό το σημείο της γης, η Τέτα, βλέπει κάθε πρωί, όταν όλοι κοιμούνται και όλα τα παντζούρια είναι κλειστά, να ανάβουν τα φώτα του καταστήματος που εδρεύει σε μια από τις οξείες γωνίες αυτού του πολεοδομικού ολέθρου.

Πιο συγκεκριμένα και γύρω στις 6 το πρωί, ο ιδιοκτήτης ξεκλειδώνει την πόρτα του μαγαζιού, ανάβει τα φώτα και χάνεται στον ορίζοντα των προϊόντων. Για περίπου μια ώρα, δεν υπάρχει καμία κίνηση στο χώρο παρά μόνο φώτιση. Κατά τις 7, θα ξεκινήσει να στήνει, μεθοδικά και απαράλλαχτα κάθε μέρα, το εμπόρευμα στο πλατύ πεζοδρόμιο που περιβάλλει το μαγαζί. Πύργοι από πλαστικές γλάστρες, τοτέμ από πολύχρωμες λεκάνες, παρτέρια από ψεύτικα λουλούδια, παραπετάσματα από χαρτιά υγείας και παραταγμένα μπουκάλια με καθαριστικά και απολυμαντικά υγρά δίνουν χρώμα στο περιβάλλον και νόημα στη ζωή αυτού του ανθρώπου.

Ήχο, από την άλλη, στο περιβάλλον, δίνει το απέναντι μαγαζί, στη λοξώς αντικρινή γωνία, που σύμφωνα με την επιγραφή στην τέντα ασχολείται με ταπετσαρίες αυτοκινήτων. Σύμφωνα όμως με την ωμή πραγματικότητα, ασχολείται με συστήματα επιτάχυνσης ρετρό αυτοκινήτων, δεδομένου ότι καθημερινά μουγκρίζουν οι αντίκες κάτω από το μπαλκόνι, πιθανότατα από τη χαρά τους για την καινούρια τους ταπετσαρία.

Χαρακτήρα όμως, σε αυτή την άχαρη γειτονιά, δίνει το παλιό καφενείο με τα κίτρινα γράμματα στο τζάμι και με τους χάρτες της Ελλάδας στον τοίχο και με τη μισή ξεθωριασμένη, μισή πορτοκαλί τέντα.

Γιατί είναι πάντα άδειο.