Short Feeling

Σήμερα το πρωί και όσο διάβαζα τον David Foster Wallace, για όσο τον διάβασα, στο μπαλκόνι μου, είδα μια πολύ όμορφη και ξανθιά γάτα να κάνει εμετό. Ο εμετός ξεχύθηκε στην τέντα που απλώνεται στις παρυφές του μπαλκονιού. Η τέντα απλώνει και μαζεύει με ένα μηχανισμό με σχοινιά που είτε λόγω ελαττωματικότητας, είτε λόγω εσκεμμένου σχεδίου, δεν τεντώνουν ποτέ την τέντα. Την αφήνουν, ακόμα και όταν τεντωμένη, τσαλακωμένη. Το χρώμα της τσαλακωτής είναι μπεζ, όπως και το χρώμα του εμετού της γάτας. Πάνω σε αυτή την ιδιότυπη τέντα παραπάτησε εκείνη για να βγάλει τα μέσα της έξω. Κάποιος θα της έπρηξε κι εκείνης τα συκώτια και θα περίμενε όλο το βράδυ, να απλώσουν την τσαλακωτή για να πάει να ξαλαφρώσει. Είδα από το πρώτο τραπέζι, τις συσπάσεις τους γυμνασμένου σώματος, το ανοιχτό στόμα, τα κοφτερά δόντια, το συμπαγές υγρό και τα μάτια της που με κοιτούσαν εντατικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της εμετικής διαδικασίας.

Το ότι με κοιτούσε επαγρυπνούσα ακόμα και όταν ασθενούσα, μου έκανε όχι μόνο εντύπωση, αλλά μου προξένησε ένα οξύ αίσθημα ζήλιας. Αναρωτιέμαι αν κατάλαβε πόσο τη φθόνησα που, αφού ξαλάφρωσε από τα βάρη της, έφυγε ανάλαφρη ισορροπώντας στο μαρμάρινο κράσπεδο, ύψωσε την ουρά της, τούρλωσε τα καπούλια της και τράβηξε το δρόμο της. Ζήλεψα την ευκολία, τη συνείδηση των πραγμάτων και το αναπόφευκτα γυμνασμένο σώμα. Φθόνησα την ισορροπία μεταξύ γκρεμού και μαρμάρου, το τέλειο της φύσης χωρίς συναισθηματισμούς και τη φύσει συναναστροφή με τις άλλες γάτες.

Το ότι πριν στρίψει τη γωνία γύρισε και με κοίταξε, με κάνει να πιστεύω ότι δεν κατάλαβε τίποτα, κυρίως γιατί δεν διέκρινα οίκτο. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο, νομίζω με κατάλαβε όσο ποτέ κανένας δεν κατάφερε να με καταλάβει. Όχι επειδή δεν προσπάθησαν, αλλά επειδή δεν έχω κάνει ακόμα εμετό.

Advertisements

Ιούλιος 2

Τέσσερις ήτανε οι ξανθές. Δύο και δύο.
Δύο σε φυσικό μέγεθος και δύο σε μινιατούρα.
Τέσσερις ήτανε στο σύνολο κι οι τέσσερις στη Βέσπα.

Οι δυο ήταν ανθρώπινες, με σάρκα από αίμα
Οι άλλες δυο πιο πλαστικές
Καλούπι εργοστασίου

Ξανθές ήταν και οι τέσσερις,
Και όλες τους ωραίες
Τι να το κάνεις όμως πια
Γινήκανε μοιραίες..

Όχι από την ομορφάδα τους
και το ξανθό τους το μαλλί,
Αλλά απ’ τη χτένα που της έπεσε,
που «έχασε» στο δρόμο η μικρή

Την κράταγε στο αριστερό,
Το αδύναμο το χέρι
Γιατί στο δυνατό το δεξιό
Ήταν η Μαίρη και η Κλαίρη

Οι δυο Μπάρμπι,
Του μπαμπά, το δώρο γενεθλίων
Πέρυσι που έγινε πέντε η μικρή,
Ή όταν έκλεισε τα δύο;

Δεν έχει σημασία όμως αυτό
Άλλο έχει σημασία
Πως πάνω στη βέσπα και οι δυο
Μάνα μαζί με κόρη
δεν φόραγαν τα δέοντα
δεν άκουσαν το νόμο

Ήταν νομίζω Ιούλιος
από τις πιο ζεστές τις μέρες
και το τσιμέντο έκαιγε
και ‘στάζαν τα μπαλκόνια
και άδειοι οι δρόμοι έτρεχαν
με αδιάφορους διαβάτες

και ενώ ήταν μια απόσταση
δυο μόλις πενταλέπτων
κι η βέσπα επιτάχυνε
-γιατί η μικρή το θέλησε
η Μαίρη και η Κλαίρη
να κυματίσουν στα μαλλιά
να μοιάσουνε μοιραίες-

κι η οδηγός δεν πρόσεξε
τους άβγαλτους τουρίστες
ενώ κι εκείνοι ανέμελοι και αποχαυνωμένοι
τα νεοκλασικά ρεμβάζανε
χαζεύαν τους μπαξέδες

και ξαφνικά εμφανίστηκαν
μπροστά από τα κορίτσια
κι η Βέσπα «παραπάτησε»
δεν έστριψε σωστά;
Δεν έπιασαν τα φρένα;
Μήπως στο δρόμο είχε νερά;
Κανείς ποτέ δεν έμαθε
Τι έφταιξε εν τέλει

Κι η Μαίρη και η Κλαίρη
Κι η Τζένη κι η Γεωργία
Στην άσφαλτο βρεθήκανε
Αλλού η μια κι αλλού η άλλη
Ανάθεμα τη συγκυρία!

Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα
Μα έφτασε αργά
Και τα κορίτσια δεν κατάφεραν
Να μείνουν στη ζωή
Ήρθανε και τις βρήκανε
Ήρεμα να κοιμούνται

Η Μαιροκλαίρη από τη μια
Κι η Τζένη δίπλα στη Γωγώ
Σα να μην έγινε ποτέ
Αυτή η τραγωδία

Σαν το μοιραίο να ‘γινε γιατί έπρεπε να γίνει
Σαν να κοιμούνταν σπίτι τους
Τον μεσημεριανό τον ύπνο
Σαν να ξυπνάμε ακόμα κι εμείς
Από κακό εφιάλτη

Μα δεν κοιμούνται τα κορίτσια
Κι ούτε είναι εφιάλτης
Το ‘δειξε χθες η τηλεόραση
Το ‘παίξαν οι ειδήσεις
Έγινε το τροχαίο

Ήμουνα μάρτυρας κι εγώ
Ήμουν η Μαίρη και η Κλαιρη
Η Τζένη και η Γεωργία
Εγώ ήμουνα όλες αυτές
Όλες και καθεμία
Εγώ ήμουν ακόμα κι ο τουρίστας
Που ρέμβαζε τα σπίτια

Εγώ όλα τα προκάλεσα
Και για όλα φταίω εγώ
Έπρεπε κάπως όμως
με κάποιο τρόπο έπρεπε
το χρειαζόμουν, το ‘χα ανάγκη
Να ξαναγεννηθώ…

S.O.S.

“Μια 90χρονη και ένας 60χρονος πήδηξαν από μπαλκόνι έκτου ορόφου πολυκατοικίας στην Πλατεία Bάθη. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, πρόκειται για μητέρα και γιο.”
(http://www.lifo.gr/now/society/10481)

-μαμά;
-έλα Πέτρο.
-είσαι έτοιμη;
-είμαι έτοιμη παιδάκι μου, πάμε;
-μαμά, είσαι σίγουρη;
-ναι Πετράκη μου. Εσύ; Είσαι έτοιμος;
-είμαι μάνα. Και είμαι ήρεμος επιτέλους. Δε με βλέπεις που γελάω;
-σε βλέπω παιδάκι μου. Πάμε λοιπόν.

Νομίζω αγκαλιασμένοι έπεσαν στο κενό. Και καθώς έπεφταν είδαν και οι δύο τον κο Σταύρο να τους περιμένει στο τέρμα της αβύσσου. Και χαμογελάσανε ακόμα πιο πλατιά. Λες και ήταν ευτυχισμένοι.

Γενικά πολυκοσμία και ειδικά φασαρία.

Πολύς κόσμος. Πάρα πολύς κόσμος και σε επανάληψη. Πολλοί Γιάννηδες και πολλές Κωνσταντίνες. Δεν ξέρω που εμφανίστηκαν όλοι αυτοί. Αλλά σκάσανε μύτη ξαφνικά και δεν πρόλαβα να προετοιμαστώ. Δεν πρόλαβα να φύγω δηλαδή. Πολλοί και χαοτικοί. Ο καθένας με την πετριά του έτοιμη να την πετάξει στον πιο εύκολο στόχο. Αλλά εγώ δεν είμαι εύκολος στόχος. Κινούμαι διαρκώς. Για να τους μπερδεύω. Αλλά αυτό τους διασκεδάζει. Δεν ξέρω γιατί και πως επιδρά πάνω τους η συμπεριφορά μου. Είναι και πολλαπλές προσωπικότητες. Κώστηδες μέσα σους Κωνσταντίνους και Βαγγέληδες μέσα στους Λάκηδες. Και εγώ είμαι πολλαπλή προσωπικότητα. Γι’ αυτό καμιά φορά περνάμε καλά. Συμπίπτουμε καμιά φορά. Τις άλλες φορές συνήθως προλαβαίνω. Προλαβαίνω και φεύγω δηλαδή.

Χθες δεν πρόλαβα. Και η πόρτα δε σταμάτησε να ανοίγει. Χαλάσανε οι μεντεσέδες μέχρι να μπουνε όλες οι Μαρίες και οι Πέτροι συνοδεία. Μέχρι που το δωμάτιο γέμισε και όταν το κατάλαβα και αποφάσισα να φύγω ήταν κάπως αργά. Είχα χάσει το τελευταίο μετρό και η θηλιά είχε εξαντλήσει το περιθώριο ζήσης μου.

Συνέχισα να γελάω όμως , παρά το ότι η θηλιά είχε στείλει το στομάχι μου στην πλάτη μου.
Και συνέχισα να ψάχνω τα σημεία να συμπέσω παρά το ότι η θηλιά είχε θολώσει την όραση μου.
Δεν έπαψα να χαίρομαι που ήταν όλοι φίλοι μου, παρά το ότι είχα πάρει την απόφαση μου.
Ο επόμενος που θα τράβαγε το χερούλι της εξώπορτας θα ήταν και ο τελευταίος για μένα. Αφού συνδέθηκε η θηλιά με τους χαλασμένους μεντεσέδες. Δεν τη συνέδεσα εγώ.
Εγώ είχα προλάβει και είχα ήδη φύγει.

Τοκετός

Στο μετρό την Τετάρτη η αναμονή για το τρένο με κατεύθυνση τον Αγιο Αντώνη, ήταν 6 λεπτά. Στην απέναντι αποβάθρα με τον αντίθετο προορισμό, ο συρμός ήρθε γρήγορα αλλά δεν έφυγε το ίδιο γρήγορα. Κάτι συνέβη και καθυστέρησε. Κάτι συνέβη και σταμάτησε ο χρόνος. Κάποιος έσπασε το τζάμι του βαγονιού με το κεφάλι του. Χρειάστηκαν πολλές προσπάθειες αφού δεν χρησιμοποίησε τα χέρια του, ούτε και κάποιο ρόπαλο, παρά μόνο την κορυφή του κεφαλιού του. Σίγα σιγά το ράγισε. Και ράγιζε όλο και περισσότερο όσο όρμαγε πάνω του. Και μέχρι να σπάσει τελείως οι ρωγμές γέμιζαν με αίμα. Σαν ένας γραφίστας να ήταν από την άλλη πλευρά του τζαμιού και να έβαφε τα ραγίσματα του γυαλιού. Μέχρι που το έσπασε το γυαλί. Και ήταν σα να γεννήθηκε ξανά. Είδα το πρόσωπο του μέσα από τα σπασμένα γυαλιά και τα αίματα και ήταν πεντακάθαρο. Ήταν πολύ όμορφος και πολύ ικανοποιημένος. Είχε το πρόσωπο που έχουν οι διαφημιστές όταν βραβεύονται. Είχε την έκφραση που έχουν οι χρηματιστές όταν πάει καλά το χρηματιστήριο. Είχε το ύφος που έχει ένας έφηβος μπροστά από ένα πορνοπεριοδικό.

Και το ίδιο πρόσωπο είχαν όλοι οι επιβάτες του τρένου. Κανείς άλλωστε δεν προσπάθησε να τον σταματήσει. Ακόμα και ο οδηγός του συρμού απλά περίμενε. Κανείς δεν προσπάθησε να τον σώσει γιατί δεν έδειξε να χρειάζεται σωσμό. Αυτό που χρειαζόταν το πήρε μόνος του.

Και μόλις έσπασε το τζάμι και μπήκε στο βαγόνι, έκλεισαν οι πόρτες και μπήκε στο τρένο για να πάει στο Νέο κόσμο να βρει τη γυναίκα του να του καθαρίσει τα ρούχα από τα θρυμματισμένα γυαλιά και να του φιλήσει τις πληγές.

Γυναίκες που ήταν κορίτσια.

Γυναίκες χλωμές. Και καταθλιπτικές. Με γυαλιά μυωπίας. Με κυτταρίτιδα και φαρδιά μπεζ ρούχα. Με τα ίδια μαύρα ορθοπεδικά μοκασίνια. Με χρυσά σκουλαρίκια και μια χρυσή βέρα. Ανασηκώνουν τα καλσονάκια που φοράνε μέχρι το γόνατο, πάνω από τη φόρμα που φοράνε πάντα στη δουλειά. Γυναίκες σκληρά εργαζόμενες. Δουλικές σύζυγοι.
Γυναίκες που έχουν την ίδια έκφραση το πρωί καθώς πηγαίνουν και την ίδια κούραση το βράδυ που επιστρέφουν. Χέρια με νύχια μισοβαμμένα με ίχνη από περλέ χρώματα και μαλλιά ξεβαμμένα κόκκινα που γίνανε πορτοκαλί που ξαναβάφτηκαν πάλι το κόκκινο, αλλά στο σπίτι αυτή τη φορά. Το φτηνό κόκκινο αυτή τη φορά. Και κάθε βράδυ βάζουν μία κρέμα για να είναι πιο θαμπές την αυριανή. Για το κόκκινο να μοιάζει πιο πορτοκαλί και όχι φτηνό κόκκινο.

Γυναίκες που τώρα δεν είναι γυναίκες αλλά κάποτε όμως ήταν κορίτσια.

Σκληρά κορίτσια με καρδιές από πέτρα. Και σφιγμένα -σαν πιεσμένα λάστιχα- χείλη. Που όταν τα αγόρια χαμογελούσαν και χαιρετούσαν εκείνα δεν απαντούσαν. Κοιτούσαν αλλού και δε χαμογελούσαν. Δεν ήταν για τα δόντια τους.
Ήταν για αλλουνού τα δόντια. Και αλλουνού τα χαστούκια.

Τα κορίτσια και σήμερα είναι σκληρά, σαν την ψυχή της μάνας.

Και όταν μεγαλώσουν και αυτά, γυναίκες θα γίνουν μαλακές. Αφράτες φλούδες πορτοκάλι.
Και ύστερα θα λουστούν μόνες τους με ξύδι και με λάδι και θα τηγανιστούν για να σκληρύνουν, γιατί θα πρέπει άντρες πια να γίνουν, αφού δεν θα έχουν. Άντρες.
Και δεν θα είναι γυναίκες πια.
Αφού δεν πρόλαβαν να γίνουν.

Από κορίτσια, άντρες θα γίνουν. Και από άντρες, μόνες.