Μέσα σε ένα μήνα.

Εκείνη τη φωτογραφία είχα αποφασίσει να μην τη βγάλω ποτέ. Κάθε μέρα μου ζητούσε να τον βγάλω μια φωτογραφία και κάθε βράδυ δεν την έβγαζα. Είτε έλειπα, είτε του έλεγα ότι ήμουν κουρασμένη, είτε απλα του έκλεινα την πόρτα στα μούτρα. Και δεν ένιωθα και τύψεις. Δεν είχα και άλλες τύψεις να νιώσω. Γιατι αν είχα αποθεματικό θα τις ένιωθα. Γιατί έτσι είμαστε εμείς οι Λέοντες. Γεμάτοι ενοχές για το μεγαλείο μας, που είναι άφταστο για τους κοινούς.
Έτσι πίστευα σε όλη μου τη ζωή. Ότι το μεγαλείο μου είναι άφταστο και ότι κάποια στιγμή, πολύ σύντομα θα λάμψει και θα με φέρει σε δύσκολη θέση, απέναντι στους άλλους που θα παρέμεναν κοινοί. Έτσι με μάθανε να πιστεύω. Και ένα μηνα πριν τα τριάντα, κατάλαβα ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο κακό που μου κάνανε στη ζωή μου. Κάθε εμπόδιο για καλό το έβλεπα και κάθε μέρα ήταν μια μέρα πιο κοντά στη ζωή που μου άξιζε. Γιατί πίστευα ότι μου άξιζε.
Όπως αναδύθηκε η Ζιζέλ από τις φαβέλες, έτσι θα αναδυόμουν κι εγώ από την Ανθούπολη. Μέχρι που ευχήθηκα πιο σκούρα να βρω τα πράγματα στη ζωή μου για να πάρω μεγαλύτερο χειροκρότημα όταν θα ανέβαινα στη σκηνή. Αλλά πάντα με άγχωνε η σκηνή. Μάλλον αποζητούσα μετά θάνατον αναγνώριση. Όπως ο Ρεμπώ και όχι όπως η Ζιζέλ.
Αλλά δεν είχα στο πρόγραμμα ούτε την παρατεταμμένη ανεργία, ούτε τη μαύρη εργασία, ούτε την αρρώστια, ούτε και την ατέρμονη μοναξιά. Αυτά ήταν μονάχα οι γραμμές ενός βιβλίου. Ενός βιβλίου η ζωή του οποίου θα ήταν η ζωή μου. Όχι αυτοβιογραφία όμως. Μυθιστόρημα. Και αυτό ήταν που το ξέχναγα πάντα.
Όλα αυτά που γράφουν δεν είναι αληθινά. Είναι μύθος. Και όλα αυτά που βλέπεις στα σινεμά, δεν είναι πραγματικά, είναι μύθος. Και η Ζιζέλ, δεν αναδύθηκε από τις φαβέλες. Κάποιος έριξε αγκίστρι στο Ρίο, και πιάστηκε τυχαία το μουνί της.
Δεν είχα προβλέψει τίποτα από όλα αυτά. Αλλά ήξερα ότι έχω αντοχές. Αλλά μόλις τώρα κατάλαβα, ένα μήνα πριν τα τριάντα, ότι δεν χρειάζεται να έχω αντοχές. Γιατί δεν έχω κανέναν. Σε αυτό τον αστείο κόσμο που ζούμε, είμαστε πιο μόνοι και από μόνοι. Πιο μόνοι και από νεκροί. Όταν θα μου επιτεθεί το θερίο, όλοι μου οι φίλοι θα φύγουνε. Και αυτό κάνανε. Φύγανε. Και μπορεί κι εγώ αυτό να έκανα. Να έφευγα. Αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ αυτό.
Γιατί μέσα στην ατυχία μου, στάθηκα τυχερή και ήμουν το πρώτο θύμα. Δε με νοιάζει αν θα είμαι το τελευταίο, ούτε εύχομαι να είμαι το τελευταίο, και ούτε εύχομαι και το αντίθετο. Το μόνο που με νοιάζει είναι να πάω να αγοράσω ένα καλό ψαλίδι και ένα σαπούνι.
Με το ψαλίδι θα κόψω τα δεσμά και με το σαπούνι θα τραβήξω τη γραμμή. Και αν δεν τα καταφέρω μέσα σε αυτό το μήνα. Με το ψαλιδι θα κόψω τον λαιμό μου και με το σαπούνι πεσκέσι, θα περάσω στον Άδη.

Advertisements

Κι εγώ.

Ζωή είναι αυτή
Ή δάνειο;
Ή δώρο;
Και που είναι η κάρτα αλλαγής;
Ή έχει επιστροφή χρημάτων
Αφού όλα με τα λεφτά να τα μετράμε

Ακόμα και η ευτυχία με τα λεφτά να έρχεται
Λεφτά να έχεις να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα
Και την πραγματικότητά σου;
Τι θα την κάνεις;
Θα την πετάξεις στα σκουπίδια;
Ή θα την ζήσεις;

Βάρυνα ίσως η νέα;
Ή μήπως να παραήμουν ‘λαφριά;
Μάλλον δεν είναι νέα πια
Νέα ήμουν παλιά

Τώρα είμαι γιαγιά
Χωρίς εγγόνια
Αλλά βαριά και ασήκωτη
Όπως πάντα ήμουν τελικά

Σαν τα όνειρα που μένουν
Απραγματοποίητα
Αφού δεν έχω τα λεφτά
και αναγκαστικά τα θάβεις
τόσο βαθιά
όσο και τα μυστικά.

candid camera.

Η κάμερα είναι σταθερά τοποθετημένη σε ένα σημείο και κάθε 6 ώρες αλλάζει η κασέτα. Η κάμερα δείχνει ένα μπαλκόνι. Ένα μπαλκόνι σε έναν ακάλυπτο, με μια μπαλκονόπορτα, με κάτι κουρτίνες άσπρες μαύρες και καρό. Φαρδύ καρό.
Εκεί καθόμουν πάντα. Το ξέρω ότι εμένα δείχνει το μόνιτορ. Δεν κάθομαι γι’ αυτό όμως. Κάθομαι γιατί δεν θέλω τίποτα άλλο να κάνω. Επιλέγω να κάτσω εκεί. Προτιμώ από πολλά άλλα πράγματα να κάνω αυτό. Να κάθομαι εκεί. Εκεί νιώθω την ηρεμία που νιώθει κανείς όταν κοιτάει από ψηλά τα πράσινα λιβάδια.

Την κάμερα την είδα από καιρό ότι στέκει εκεί αλλά αν και είχα επιλογές, όπως και πριν εμφανιστεί αυτή είχα, δεν έφυγα από τη θέση μου. Νομίζω δεν μπορούσα κιόλας.
Δε μπορούσα να μετακινηθώ. Και τώρα ακόμα δεν μπορώ. Θέλω μερικές φορές να πάω να κάτσω σε άλλες θέσεις αλλά δεν μπορώ και ποτέ δεν τα καταφέρνω τις φορές π ου ειλικρινά προσπαθώ.

Όταν κάθομαι νιώθω να βαραίνω και σαν κέικ να φουσκώνω, αλλά να μην έχω την αλαφράδα του. Κάποιες μέρες ακόμα, νιώθω και να γερνάω, να ζαρώνω σαν τις ντομάτες στον ήλιο. Στον ακάλυπτο όμως δεν έχει ήλιο. Οπότε σκέτο γερνάω.

Περνάω πολλές μέρες εκεί. Και έχω ήδη περάσει μήνες εκεί. Και λέω να κάτσω κι άλλο. Θα περιμένω αρκετά ακόμα. Και μετά θα σηκωθώ. Θα κλείσω την κάμερα και θα συνεχίσω από εκεί που τα άφησα τα πράγματα. Όχι από εκεί με άφησαν εκείνα.
Γι’ αυτό έβαλα την κάμερα να με κοιτάει. Γιατί μόνο αυτή θα θυμάται.
Και θα θυμίζει και σε μένα. Πως πέρασα από τα 28 στα 50 απότομα.
Και όλα αυτά τα χρόνια στον ακάλυπτο.

Το φερμουάρ

Σαν και σήμερα, και πριν από 132 χρόνια, γεννήθηκε ο Gideon Sundback. Ο Gideon ήταν αυτός που εφηύρε το φερμουάρ αν δεν το ήξερες. Το μοντέρνο φερμουάρ. Ναι, αυτό που κατεβάζεις όταν έχεις “άλλα” στο μυαλό σου.

Απόφοιτος του πολυτεχνείου ήταν ο Gideon και το 1905 έδωσε εξετάσεις και μετανάστευε στην Αμερική και ένα χρόνο μετά, έπιασε δουλειά στην Universal Fastener Company. Και τρία χρόνια μετά την πρόσληψή του, παντρεύτηκε την κόρη του ιδιοκτήτη και έτσι ανέβηκε τις σκάλες τις ιεραρχίας ο Gideon και έγινε επικεφαλής τους τμήματος σχεδίου στην εταιρεία. Κανείς βέβαια, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τώρα, 103 χρόνια μετά, τις ικανότητες και το ταλέντο του Gideon και να αποδώσει τη φήμη και τη δόξα του στην εύστοχη (κρίνω εκ του μακροπρόθεσμου αποτελέσματος) κίνηση να τυλίξει την κόρη του εργοστασιάρχη. Και κανείς όμως δε μπορεί να τις επιβεβαίωσει. Στην τελική κάποιος θα το έφτιαχνε το φερμουάρ. Έτυχε να είναι ο Γεδεών.

Γιατί, αν μη τι άλλο, το φερμουάρ είχε ήδη ξεκινήσει να το δουλεύει ο Whitcomb L. Judson. Ο Whitcomb δηλαδή είχε ήδη κάνει το δύσκολο μέρος. Αλλά επειδή, ο Whitcomb ήταν ανήσυχο πνεύμα, και όλοι ξέρουμε ότι του έχουν αποδοθεί 30 ευρασιτεχνίες σε διάστημα 16 ετών δε θα ασχολείτο περαιτέρω με ένα φερμουάρ, πόσο μάλλον όταν το φερμουάρ του είχε ήδη επιτυχία.

Μέχρι ο Gideon να φτάσει στην τελική μορφή του φερμοουάρ, που ομολογουμένως του πήρε λίγο χρόνο παραπάνω (1906-1914) και μέχρι να κάνει τη σωστή προώθηση, το 1918, μια εταιρεία που κατασκεύαζε τις στολές του Αμερικανικού Ναυτικού Σώματος, παράγγειλε στον Whitcomb μεγάλη ποσότητα του φερμουαρ του για τις στολές των Ναυτών και των Ναυάρχων, και αργότερα μπήκε το φερμουάρ του Whitcomb και σε γάντια και σε θήκες καπνού.

Θα πρέπει παρα ταύτα να παραδεχτούμε πως το φερμουάρ, το σχεδιασμένο από τον Gideon, και με τη σημερινή του χρήση στα φορέματα και στα μπουφάν μας, είναι μια σαφώς καλύτερη εκδοχή του χονδροειδούς μηχανισμού του Whitcomb, και για αυτό όλη η δόξα έχει διοχετευθεί στον Πολυτεχνίτη και σώγαμπρο, Gideon.
Αν μη τι άλλο στον Whitcomb αποδίδεται η εφεύρεση της αεροτομής.

Και επειδή στο Μπουρνάζι μεγάλωσα, ξέρω να ξεχωρίζω την σωστή εφεύρεση.

last.day.at.work

Την τελευταία μέρα στη δουλειά δεν κρέμασα το παλτό μου στην κρεμάστρα. Την τελευταία μέρα στη δουλειά δεν φόρεσα καν παλτό. Είχε λιακάδα.

Είχε τον πιο ωραίο καιρό όλου του Δεκέμβρη.

Την ημέρα που πήγα στη δουλειά για να πάρω την αποζημίωσή μου δεν κράταγα τσάντα μαζί μου. ‘Έβαλα όλα τα λεφτά στο σουτιέν μου. Έτσι βγήκα στο δρόμο πλούσια σε όλα μου.

Τη Πέμπτη, που ήταν η τελευταία μέρα στη δουλειά, ήταν και προπαραμονή των Χριστουγέννων. Έτσι έκανα ένα μεγάλο τριήμερο. Ένα τριήμερο που κρατάει μέχρι τώρα, τρεις μήνες μετά.

Την τελευταία μέρα στη δουλειά κάποιοι έκλαιγαν. Αλλά δεν ήταν αυτοί που έφευγαν. Αλλά αυτοί που έμειναν. Δεν ξέρω για ποιο λόγο. Μακάρι να ‘ξεραν και οι ίδιοι.

Την τελευταία μέρα στη δουλειά έκλαψα κι εγώ λίγο. Δε το περίμενε κανείς. Ούτε κι εγώ. Αλλά να μωρέ, ήμουν, μετά από τέσσερα χρόνια, ξανά ελεύθερη. Και φοβήθηκα όπως φοβάται το καναρίνι όταν του ανοίγεις την καγκελόπορτα του κλουβιού του και του λες «πέτα». Μου δείξανε την πόρτα και μου είπανε «πέτα».

Την τελευταία μέρα στη δουλειά δεν είχα πάρει μαζί μου φαγητό από το σπίτι. Έφαγα πάλι και για πολλοστή φορά ένα κακό σάντουιτς από το σούπερ-μαρκετ. Η λιτότητα είχε ξεκινήσει μήνες πριν. Δε θα σταμάταγε τώρα.

Όταν πήγα στη δουλειά για τελευταία φορά, φόρεσα το μπλε μου παντελόνι, το κίτρινο πουκάμισο και έβαλα και τα διαμαντένια μου σκουλαρίκια. Ήταν η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου άλλωστε. Δε θα έπρεπε να φοράω τα ρούχα της πρότερης ζωής μου. Μιάς ζωής που διένυα την τελευταία της ημέρα.

Την τελευταία μέρα στη δουλειά δεν τη θυμάμαι καθαρά. Ήμουν αγουροξυπνημένη. Μόλις είχα ξυπνήσει από τον εφιάλτη….

Why God it’s Monday?

Όλες οι Δευτέρες είναι άσχημες. Και μίζερες. Και οι Δευτέρες που δουλεύεις και εκείνες οι Δευτέρες που δε δουλεύεις επειδή είσαι άνεργος. Όπως εγώ τώρα. Γιατί χθες ανακάλυψα κάτι που ποτέ δεν περίμενα να ανακαλύψω. Και κάτι που ποτέ δεν ήθελα να ανακαλύψω. Ότι θέλω να ξαναβρώ δουλειά. Γιατί άμα ξαναβρώ δουλειά θα ξαναβρώ και παρέα. Θα μπω πάλι μέσα στο παιχνίδι και δε θα περνάω τις ώρες μου στον πάγκο.

Θέλουν και έχουν ανάγκη όλοι να ανήκουν κάπου και η μοναδική λέσχη που δεν απαιτεί τελετή μύησης, είναι η «μισώ-τη-δουλειά-μου-και-το-αφεντικό-μου-μαζί» λέσχη. Όταν απολύθηκα λοιπόν, δεν κατάλαβα ότι εκτός από τη δουλειά μου, έχασα και τις παρέες μου. Κανείς δε μπορεί να σου μιλήσει τα πρωινά γιατί δουλεύουνε τα πρωινά. Και κανείς δε μπορεί να ξενυχτήσει τις καθημερινές. Γιατί δουλεύουνε τα πρωινά. Και κανείς δε μπορεί να πάει μαζί σου 3ήμερο. Γιατί θα προτιμήσουν να πάνε με τις σχέσεις τους. Όταν θα συντονίσουνε τις άδειές τους. Γιατί δουλεύουν και αυτοί.

Και από τις 23 Δεκέμβρη, αναγκάστηκα να μάθω να αγαπάω τον εαυτό μου αφου δεν μπορούσα πια να μισώ το αφεντικό μου. Και αυτό έπρεπε μόνη να το κάνω αφού δεν έχω αγόρι να αρκεστώ στη δική του αγάπη.

Οι Δευτέρες είναι μίζερες. Ακόμα και ήλιο να έχει, συννεφιασμένες είναι. Ακόμα και μυστική προβολή να έχει, θα έχει πολύ κόσμο. Εργαζόμενο κόσμο που θα πάει στο Δαναό αμέσως μετά τη δουλειά για να κάνει «αποσυμπίεση» από την πίεση του γραφείου.
Εγώ από τι θα κάνω «αποσυμπίεση», από τη Μενεγάκη;

Θέλω πίεση και στρες. Από αύριο θα βάζω το κεφάλι μου και για 8 ώρες κάτω από την πρέσα. Για να απολαμβάνω περισσότερο τις προβολές στο Δαναό.
Αλλιώς θα ανοίξω την τηλεόραση στη Μενεγάκη και θα περιμένω να πεθάνω από ακατάσχετη αιμορραγία.

16.23-17.00

16.16 τα πάντα γύρω έτρεμαν.
16.18 έτρεμε και το ξύλινο πατωμα.
16.19 και η καρέκλα μου άρχισε να τρέμει
16.20 το ξύλινο πάτωμα άρχισε να σκίζεται στα δύο
16.21 άνοιξε μια ρωγμή μεγάλη
16.23 μεγαλύτερη από το κεφάλι μου
16.24 η ρωγμή άνοιξε μονάχα κάτω από το γραφείο μου
16.25 και έπεσα μέσα
16.26 μαζί με την καρέκλα
16.27 καθως κοίταξα πάνω είδα τα κεφάλια των συναδέλφων μου να με κοιτάνε και να γελάνε
16.30 που ηταν το αστειο;
16.30 ένας-δυο νομίζω με χαιρέταγανε κιόλας
16.30 μετά κοίταξα κάτω
16.30 αλλα δεν μπορουσα να δω τίποτα. ηταν σκοτάδια.
16.30 μονο την πτώση ένιωθα.
16.30 και σιγά σιγά χάθηκε και το κίτρινο φως του γραφείου από την ρωγμή γιατι νομίζω έκλεισε κι αυτή.
16.30 και το μόνο που ειχε μείνει ήταν η καρέκλα και η πτώση.
16.30 και τα σκοτάδια.
16.30 μετά από κάποια πτώσης κοίταξα το ρολόι μου.
16.30 αλλα δεν μπορουσα να δω την ωρα απο τα σκοτάδια.
16.30 και έτσι ειπα να ρωτήσω την ώρα.
16.40 “τι ωρα ειναι;”
16.41 “η ώρα σου” μου απαντήσανε. πολλοί μαζί. χορωδία ολόκληρη.
17.00 η ώρα μου….
17:00 τι ναι αυτο τωρα; καλό είναι; κακό ειναι; τι να ναι…