Οι μεν και οι δε

Δεν είναι όλοι γεννημένοι διευθυντές
Και δεν είναι όλοι γεννημένοι ηγέτες
Δεν αξίζουν όλοι την προσοχή σου
Και ίσως ούτε και εσύ τη δική τους

Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι να γίνουν επιστήμονες
Και δεν είναι όλες προορισμένες για μητέρες
Δεν θα αναπαραχθούν όλοι
Και πιθανότατα ούτε εγώ

Κάποιοι δεν θα μάθουν ποτέ
Και κάποιους δεν θα τους νοιάξει καν
Μερικοί ίσως… ίσως και να ενδιαφερθούν
Αλλά δεν θα είναι για σενα

Κάποιοι έχουν το ρυθμό μέσα τους
Και λίγοι από αυτούς δεν είναι μαύροι
Κάποιοι έχουν μουσικό αυτί
Και αυτοί είναι -στην πραγματικότητα- ελάχιστοι

Κάποιοι ήρθαν για να αγαπήσουν
Αλλά όλοι ήρθαν για να αγαπηθούν
Πολλοί είναι ανίκανοι για το πρώτο
Αλλά οι περισσότεροι είναι αναμφίβολα ανάξιοι για το δεύτερο

Κάποιοι γεννήθηκαν επειδή κάποιος άλλος του γέννησε
Και κάποιοι γεννήθηκαν γιατί ήθελα να ξαναγεννηθούν
Για κάποιους είναι η ζωή
Και για κάποιους απο εμάς δεν είναι

Κάποιοι είναι οι μεν
Και κάποιοι είναι δε
Και μερικοί από εμάς, ανήκουμε στους δεν

Αναμνήσεις & καταλήξεις

Θυμάμαι τότε που δε χαιρόμουν με τη χαρά
Μα μόνο περισσότερο λυπόμουνα
Πιο πολύ με τη λύπη ταυτιζόμουνα
Και με τη θλίψη, ένα ένιωθα
Τότε που τίποτα δεν περίμενα
Και κανείς εμένα δεν περίμενε
Και τις φορές που γέλαγα
Μέσα μου πιο δυνατά έκλαιγα
Δεν ξεχνάω τις μέρες, που αν ήταν Κυριακές ή Δευτέρες δεν ξεχώριζα
Και οι μέρες και οι νύχτες, όλες νύχτες φάνταζαν
Και στο αυτοκίνητο πάντα χριστουγεννιάτικά άκουγα
Για να νιώθω την ασφάλεια που ο χριστός και η παναγία μού’ διναν
Μα πιο παλιά τη σνόμπαρα
Γιατι δεν ήξερα τι με περίμενε
Άλλα ηθελα και άλλα κατάφερα
Άλλα μου είπανε και άλλα κατάλαβα
αφού δεν μου εξηγήσανε.

Αυτοί φταίνε που εδώ έφτασα και εκεί που εκείνοι θα καταλήξουν εγώ θα τους οδηγήσω

Γιατί ποτέ δεν θα ξεχάσω τη μέρα που κατάλαβα/ Πως πιο μόνη κι απο μόνη μου ήμουνα/ Πιο μόνη κι απο όταν με παρέα
Ακόμα και σήμερα θυμάμαι/ Την ώρα που αποφάσισα πως πολύ ασχολήθηκα/ Και πως πολύτιμο χρόνο έχασα
Σαν τωρα νιώθω τη στιγμή/ Που η πνοή μου εκπνέει/ Και ζωή μου αρχίζει από την αρχή.

Θα κάνω πίσω.

Τσιμέντο νιώθω τα μέσα μου
Μπετόν αρμέ τα σωθικά μου
Από σκυρόδεμα το συκώτι μου
Η καρδιά και η κοιλιά μου

Ανθρακονήματα τα έντερα
Κι η σπλήνα μου και τα νεφρά μου
Από νταμάρι καταγόμενα
Και των πνευμόνων οι βρόγχοι
Από τον πιο σκληρό χάλυβα

Οι φλέβες μου υδράργυρο κυλάνε
Και αυτές και οι αρτηρίες μου
Άκαμπτες μοιάζουν να ναι

Το δέρμα μου είναι απαλό
Λευκό και βαμβακένιο
Και τα μαλλιά μου απαλά
Μεταξωτή βισκόζη

Το άγγιγμά μου τρυφερό
Σαν μάνας πάνω στο μωρό
Και τα φιλιά μου τρυφερά
Αθώα, σα να ‘ταν παιδικά

Πως συνυπάρχουν όλα αυτά;
Πως άραγε συμβαδίζουν;
Πως κολυμπάω στα βαθιά;
Πως σε δυο πόδια ισορροπώ;
Μα πώς και συνεχίζω;

Το κυριότερο όμως ερωτηματικό
Είναι γιατί δεν αντιδρώ
Γιατί κάθομαι και κοιτώ
Και περιμένω να σωθώ

Από αυτούς που ευθύνονται
Που τόσα κιλά ζυγίζω
Από αυτούς που σώθηκαν
Πριν καν εγώ «ξυπνήσω»

Τουλάχιστον τώρα «ξύπνησα»
Και θα επαναστατήσω
θα γίνω κι απ’ έξω γυάλινη
να μην δακρύζω κάθε φορά
που κι άλλο θα κάνω πίσω.

Ιούλιος 2

Τέσσερις ήτανε οι ξανθές. Δύο και δύο.
Δύο σε φυσικό μέγεθος και δύο σε μινιατούρα.
Τέσσερις ήτανε στο σύνολο κι οι τέσσερις στη Βέσπα.

Οι δυο ήταν ανθρώπινες, με σάρκα από αίμα
Οι άλλες δυο πιο πλαστικές
Καλούπι εργοστασίου

Ξανθές ήταν και οι τέσσερις,
Και όλες τους ωραίες
Τι να το κάνεις όμως πια
Γινήκανε μοιραίες..

Όχι από την ομορφάδα τους
και το ξανθό τους το μαλλί,
Αλλά απ’ τη χτένα που της έπεσε,
που «έχασε» στο δρόμο η μικρή

Την κράταγε στο αριστερό,
Το αδύναμο το χέρι
Γιατί στο δυνατό το δεξιό
Ήταν η Μαίρη και η Κλαίρη

Οι δυο Μπάρμπι,
Του μπαμπά, το δώρο γενεθλίων
Πέρυσι που έγινε πέντε η μικρή,
Ή όταν έκλεισε τα δύο;

Δεν έχει σημασία όμως αυτό
Άλλο έχει σημασία
Πως πάνω στη βέσπα και οι δυο
Μάνα μαζί με κόρη
δεν φόραγαν τα δέοντα
δεν άκουσαν το νόμο

Ήταν νομίζω Ιούλιος
από τις πιο ζεστές τις μέρες
και το τσιμέντο έκαιγε
και ‘στάζαν τα μπαλκόνια
και άδειοι οι δρόμοι έτρεχαν
με αδιάφορους διαβάτες

και ενώ ήταν μια απόσταση
δυο μόλις πενταλέπτων
κι η βέσπα επιτάχυνε
-γιατί η μικρή το θέλησε
η Μαίρη και η Κλαίρη
να κυματίσουν στα μαλλιά
να μοιάσουνε μοιραίες-

κι η οδηγός δεν πρόσεξε
τους άβγαλτους τουρίστες
ενώ κι εκείνοι ανέμελοι και αποχαυνωμένοι
τα νεοκλασικά ρεμβάζανε
χαζεύαν τους μπαξέδες

και ξαφνικά εμφανίστηκαν
μπροστά από τα κορίτσια
κι η Βέσπα «παραπάτησε»
δεν έστριψε σωστά;
Δεν έπιασαν τα φρένα;
Μήπως στο δρόμο είχε νερά;
Κανείς ποτέ δεν έμαθε
Τι έφταιξε εν τέλει

Κι η Μαίρη και η Κλαίρη
Κι η Τζένη κι η Γεωργία
Στην άσφαλτο βρεθήκανε
Αλλού η μια κι αλλού η άλλη
Ανάθεμα τη συγκυρία!

Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα
Μα έφτασε αργά
Και τα κορίτσια δεν κατάφεραν
Να μείνουν στη ζωή
Ήρθανε και τις βρήκανε
Ήρεμα να κοιμούνται

Η Μαιροκλαίρη από τη μια
Κι η Τζένη δίπλα στη Γωγώ
Σα να μην έγινε ποτέ
Αυτή η τραγωδία

Σαν το μοιραίο να ‘γινε γιατί έπρεπε να γίνει
Σαν να κοιμούνταν σπίτι τους
Τον μεσημεριανό τον ύπνο
Σαν να ξυπνάμε ακόμα κι εμείς
Από κακό εφιάλτη

Μα δεν κοιμούνται τα κορίτσια
Κι ούτε είναι εφιάλτης
Το ‘δειξε χθες η τηλεόραση
Το ‘παίξαν οι ειδήσεις
Έγινε το τροχαίο

Ήμουνα μάρτυρας κι εγώ
Ήμουν η Μαίρη και η Κλαιρη
Η Τζένη και η Γεωργία
Εγώ ήμουνα όλες αυτές
Όλες και καθεμία
Εγώ ήμουν ακόμα κι ο τουρίστας
Που ρέμβαζε τα σπίτια

Εγώ όλα τα προκάλεσα
Και για όλα φταίω εγώ
Έπρεπε κάπως όμως
με κάποιο τρόπο έπρεπε
το χρειαζόμουν, το ‘χα ανάγκη
Να ξαναγεννηθώ…

Στη Θάλασσα.

Μπαίνανε και βγαίνανε
Και σταματημό δεν είχανε
Και μπαίνανε και ξανα βγαίνανε
Αμ τι μέσα θα καθίζανε;
Και σταματημό δεν γνωρίζανε
Ούτε και να στεγνώνανε, ούτε κι αυτό το ξέρανε
Χωρίς αιδώ κοιτούσανε
Και πλατσουρίζανε
Και μπαίνανε ξανά, και βγαίνανε
Και τον σταματημό δεν τονε μαθαίνανε
Δεν καταλαβαίνανε
Σαν τα ψάρια της θάλασσας και τα πουλιά του αέρος
Σαν φυσικό τους να ‘τανε
Ντροπή δεν δείχνανε και εμένανε χλευάζανε
Και μπαίνανε και βγαίνανε
Και στάζανε αλμύρα
Και κιόλας παραπονιόντανε
Ότι ζεστή ήταν η θάλασσα και δεν το πολύ χαιρόντανε
Και τρώγανε στο ενδιάμεσο

Το τίποτα φαινόταν να τους ένοιαζε

Κι εγώ που έξω έλιωνα
Και σέρβιρα και ίδρωνα
Καθόλου δεν τους ένοιαζα
Ούτε στιγμή δεν έδωσαν για να παρατηρήσουν
Πόσο πολύ τους ζήλευα

Που νέοι ήταν ακόμα
Και ακόμα δεν το ξέρανε
Πως το σημαντικότερο δεν ήτανε αυτό
Που μπαίνανε, δηλαδή, και βγαίνανε
Μα το σημαντικότερο ήταν άλλο

Το σημαντικότερο ήτανε…
Που ο ένας τον άλλονα είχανε…
Και η ζωή τους γέλαγε…
Και ο ήλιος δεν τους έκαιγε..

Αυτό ήταν που μέτραγε.

Δικαιολογίες.

Δε διαβάζω. Δε διαβάζω βιβλία λογοτεχνικά εννοώ. Ζηλεύω τους συγγραφείς που γράφουν ωραία διηγήματα και πληρώνει κάποιος και τυπώνει τις νουβέλες τους. Ζηλεύω αρκετά θα έλεγα.
Ούτε και σε χορευτικές παραστάσεις πηγαίνω. Ζηλεύω τα κορμιά των χορευτών. Θα θελα κι εγώ ένα τέτοιο σώμα να το κρύβω κάτω από τα χειμωνιάτικα ρούχα και να ξαφνιάζονται όλοι όταν θα παραστεί η ανάγκη και θα κάνω δύο ρόδες και δύο τριπλά λουπ στον αέρα. Και φυσικά, ούτε συναυλίες βλέπω. Ούτε κλασικές ούτε και μοντέρνες. Δεν αντέχω στο θέαμα ενός επιδέξιου κιθαρίστα που πληρώνεται για το ταλέντο του. Σίγουρα θα έχει ρίξει και πολύ δουλειά βέβαια, αλλά τα ταλέντα ξεχωρίζουν, και αυτά είναι που σπαράζουν τα μέσα μου να βλέπω.
Σκάω από τη ζήλια μου όταν βλέπω τους βιολιστές να συγχρονίζονται όλοι μαζί. Είκοσι βιολιστές να μαζεύονται κάθε μέρα και να κάνουν πρόβες για να πάνε στην άλλη άκρη του κόσμου να παίξουν μερικά κονσέρτα. Όλους αυτούς τους ζηλεύω που όταν θα τους ρωτάνε «τι δουλειά κάνετε;» θα απαντάνε «α, είμαι βιολίστρια στην κρατική ορχήστρα της Βιέννης, α».
Και ούτε και οι πολλές κοινωνικές συναναστροφές μου πολυαρέσουν. Γιατί πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να συναντήσεις κάποιον που έχει μπει με υποτροφία στο Columbia, ή να είναι διδάκτορας στα εικοσιοκτώ του χρόνια, στο Central Saint Martin’s, και να συναναστρέφεται κι αυτός με τη σειρά του τον Chomsky και τον Moralioglou. Ή ακόμα κάποιον που είναι απλά νεότερος από εσένα. Από εμένα δηλαδή.
Και όταν με αναγκάζει η ζωή να συναναστραφώ και να συνδιαλεχτώ με άλλους και άλλες, αποφεύγω να ρωτάω, και ούτε και να με ρωτάνε θέλω. Δε θέλω να ρωτήσω και να μου πούνε «α, πήγα διακοπές στην Κορσική γιατί ήθελα κάτι διαφορετικό, α» και ούτε θέλω και να με ρωτήσουν γιατί δε θέλω να μάθουν ποτέ ποια θα είναι η δική μου ειλικρινής απάντηση σε αυτό.

Γενικά ζηλεύω. Δυστυχώς. Δεν το θέλω. Είναι που είμαι ζηλιάρα. Αλλά το κρύβω καλά. Δεν το καταλαβαίνουν οι άλλοι.
Γιατί το κρύβω καλά.
Κρύβομαι καλά. Ούτε σε συναυλίες πηγαίνω, ούτε σε θέατρα και κονσέρτα, ούτε σε μπαρ και ρεστοράν. Ευτυχώς. Κανείς δε με έχει πάρει χαμπάρι.

Είναι όλοι, όλοι αυτοί που ζηλεύω δηλαδή, ηλίθιοι εν τέλει.
(Γελάκι. Σατανικό. Μοναχικό.)

Εξαδέλφη Βέρα

Πως αποδέχεσαι την ασχήμια σου Βέρα εσύ; Την κακομορφία του προσώπου σου, πως φτάνεις να την αγαπάς; Το κακοσχηματισμένο «εγώ» σου;
Όταν κοιτάς τα αγόρια που κοιτάν τα άλλα κορίτσια που κοιτάν αλλού γιατί έχουν χορτάσει βλέμματα εκείνα τα κορίτσια. Πώς νιώθεις; Πιο όμορφη στην ψυχή ή μήπως ακόμα πιο αλλόκοτη στην όψη; Πως εξοικειώνεσαι με την όψη σου την μη αποδεκτή; Την εκατομμύρια απορριφθείσα. Την χιλιοειδωμένη στον καθρέφτη με προσοχή και παρατηρητικότητα επιστήμονα. Όταν γνωρίζεις κάθε χιλιοστό αλλά νοερά το κάθε χιλιοστό δεν είναι όπως το γνωρίζεις. Όταν το έξω σου, δεν είναι το μέσα σου. Όταν άλλο έξω και άλλο το μέσα σου.

Τα σμιγμένα φρύδια και οι κόκκινες στάμπες; Τα φουσκωτά μάγουλα και το προγούλι πως παραμένουν ίδια μετά από τόσα ταξίδια και τόσα βιβλία; Δεν εξελίσσεσαι παρά μόνο μέσα σου. Το «όξω» σου σταμάτησε την εξέλιξή του όταν πρωτοσχηματίστηκε άσχημο. Το πνεύμα σου και η ψυχή σου είναι μονίμως μεταβαλλόμενα. Αλλά μονάχα εκείνα. Και άλλο εκείνα και άλλο «εσύ».

Πώς όλα συνυπάρχουν στο μοναδικό σου «εγώ»; Γιατί ένα μονάχα εαυτό έχεις και εκεί έχεις μόνο να τα στριμώξεις όλα. Αν δεν βρεις τρόπο να τα στριμώξεις. Θα γίνουν ένας όγκος που θα σε σκοτώσει. Ολόκληρη. Αλλά πριν θα σε κάνει ακόμα πιο ξένη. Με το μέσα σου. Το «μέσα» με το «έξω» σου πιο ξένο και πιο παράταιρο.
‘Έφτασες σαράντα και ακόμα άλλο περιμένεις να δείξει ο καθρέφτης.

Πότε θα μου δώσεις απάντηση για το πώς τα καταφέρνεις;
Αν τα καταφέρνεις. Δεν τα καταφέρνεις. Κάθε μέρα πεθαίνεις. Μόνο το μέσα σου.
Το έξω σου συντηρείται για να σκοτώνει το μέσα σου, το εγώ σου.
Το πρόσωπό σου θα γεράσει με το χρόνο του. Η καρδιά και το πνεύμα σου, γεννήθηκαν ρυτιδιασμένα. Και ρυτιδιασμένα θα πεθάνουν. Γιατί δεν τα είδε ποτέ ο ήλιος.
Η κουρτίνα δεν τραβήχτηκε ποτέ. Ούτε από εσένα και ούτε και από κανένα, Βέρα, αφού κανείς δεν σήκωσε καν το χέρι του, πόσο μάλλον να ανοίξει τα μάτια του.