Εγώ, το σύμπαν

Έκανε το σαλόνι χώρο εργασίας και το χωλ σαλόνι. Το υπνοδωμάτιο διατήρησε το χαρακτήρα του και το μπάνιο -φυσικά- δεν είχε καμία άλλη προοπτική, εξαρχής. Τώρα έχει το χώρο να εργαστεί σκληρά για να γίνει αυτό που πιθανότατα προορίστηκε να γίνει, αν υποθέσουμε ότι τελικά αυτό, είναι κάτι άλλο από αυτό που ήδη έχει καταλήξει να είναι.
Η Τέτα, λοιπόν για για εισαγωγή, άλλαξε το Σταματία σε δισύλλαβο, όταν πείστηκε ότι αυτό το όνομα δεν ταίριαζε στις φιλοδοξίες της. Άλλαξε και σπίτι, όταν θεώρησε πως ήταν πολύ “νέα” για την παλιά της γειτονιά. Δεν περίμενε, βέβαια, ποτέ ότι τελικά θα είναι πολύ “γερασμένη” για την καινούρια, ούτε και ότι όσες φιλοδοξίες και να είχε, όσο μεγάλα σχέδια και να έκανε θα είναι πάντα Σταματία, στα χαρτιά και την ψυχή.
Πιθανότατα λοιπόν να ψάχνει κάτι, αλλάζοντας τη συνθήκη καθημερινά, ξεκινώντας από τη δωματιακή χρήση μέχρι τη σκέψη της. Είναι επίσης σχεδόν βέβαιο, παρά της πιθανής διάστασης που ήδη εκτέθηκε, ότι δεν ψάχνει αυτό που τελικά-μάλλον- βρήκε. Αυτό που όμως έχει τη σημαντικότερη σημασία, πέρα από βεβαιότητες και πιθανότητες, είναι ότι μέσα από αυτή την επίμονη, εσκεμμένη και σε πολλές συνέχειες μετάβαση προέκυψε ένα θαύμα.

Κάποιοι την υποτίμησαν. Ο συνάδελφος, η παλιά της γειτόνισσα, ο πρώην σύντροφος, η αδελφή της, η μάνα της, ακόμα και ο κύριος που πήγε για να ανανεώσει την κάρτα καυσαερίων. Το θαύμα δεν έχει να κάνει με την αντίδραση, φυσικά, της Τέτας σε όλα αυτά. Δεν διαολόστειλε κανένα. Ούτε με το αν η ίδια η Τέτα υποτιμά τον εαυτό της. Αυτό θα ήταν κλισέ και όχι θαύμα, αν όντως συνέβαινε.

Αλλά ούτε αυτό συμβαίνει, ούτε το άλλο, με το διάολο, συνέβη. Συνέβη, όπως είπαμε, ένα θαύμα. Μια μεγάλη έκρηξη συντελέσθηκε εκείνο το βράδυ καθώς ανέβαινε την ίδια ανηφόρα με τον ίδιο βηματισμό, όπως κάνει κάθε βράδυ μετά από οχτώ ώρες απραγίας και πριν από οχτώ ώρες αδράνειας. Κάτι ξεσκεπάστηκε και κάτι αποκαλύφθηκε.

Κοινότητα

Η Τέτα ήταν για δυο χρόνια με τον -ας τον πούμε- Φ. Ο Φ. πριν από την Τέτα είχε σχέση για άλλα δυο χρόνια με την -ας την πούμε- Α. Ο -ας τον πούμε- Β. τα είχε για δυο χρόνια με την -ας την πούμε- Δ. Ο -ας τον πούμε- Ι. τα είχε για τρία χρόνια με την -ας την πούμε- Λ. Ο -ας τον πούμε- Ω. τα είχε επίσης για τρία χρόνια με την -ας την πούμε- Α. Όχι όμως με την ίδια Α. που τα είχε με τον Φ. πριν τα φτιάξει με την Τέτα. Όλα αυτά τα γράμματα αναφέρονται σε αληθινούς ανθρώπους και σε σχέσεις με συναισθήματα και όχι σε επινοημένους χαρακτήρες και μυθιστορηματικές καταστάσεις. Κάποια από αυτά τα γράμματα αυτή τη στιγμή που  γράφονται αυτές οι γραμμές είτε έχουν βρει άλλα γράμματα -ας τα πούμε- νούμερα για να περνάνε τις Κυριακές και τις αργίες και τα υπόλοιπα γράμματα έχουν αρχίσει να μετατρέπονται σε σημεία στίξης. Αυτό που χωρίζει τα γράμματα που έχουν νούμερα από τα γράμματα που μετατρέπονται σε στίξη είναι τα συναισθήματα. Αυτό που σώζει τα νούμερα από το να γίνουν τελείες και παύλες, είναι η άγνοια και το ίδιο ακριβώς είναι που διατηρεί κάποια γράμματα στην ίδια κατάσταση, ενώ ουσιαστικά δεν ήταν ποτέ γράμματα αλλά ξεθωριασμένες φωτοτυπίες από άρλεκιν.
Όλοι οι παραπάνω είχαν την ίδια αφετηρία και οι μισοί των άνωθεν δεν θα κάνουν ούτε βήμα παραπέρα.

Τέσσερα κορίτσια

Τέσσερα κορίτσια βγήκαν για να πιουν κρασί την Πέμπτη στην Ηπίτου. Γνωρίζονται όλες από το σχολείο των παιδιών. Το σχολείο είναι ιδιωτικό και οι ίδιες μοιάζουν για μαμάδες του ιδιωτικού. Κάθισαν μέσα να πιουν το κρασί τους, αλλά όταν ήρθε η ώρα του τσιγάρου, βγήκαν και οι τέσσερις έξω για να καπνίσουν. Πέρασαν ωραία τα κορίτσια, όπως κάθε φορά που βγαίνουν χωρίς τους συζύγους και νιώθουν για λίγο μοιραίες, και ελαφρώς λιγότερο ακέραιες. Το γαλλικό κρασί, τα ακριβά ρούχα και η κρυφή παραδοχή ότι τα έχουν όλα στη ζωή τους, ακόμα κι αν τους χαρίστηκαν για την ομορφιά τους, τις κάνουν να νιώθουν βασίλισσες.
Δυο άλλα κορίτσια βγήκαν για να πιουν κι εκείνα ένα κρασί την Πέμπτη στην Ηπίτου. Αυτά τα κορίτσια γνωρίζονται από τη σχολή, από το δημόσιο πανεπιστήμιο γιατί και οι δυο είναι κορίτσια των δυτικών προαστίων. Αυτά τα κορίτσια κάθισαν έξω και δεν ήπιαν κρασί. Ήπιαν μπύρες και κάπνιζαν από την πρώτη στιγμή με δανεικές φωτιές. Αυτά τα κορίτσια ζουν άλλες ζωές που δεν οδηγούν σε καμία παραδοχή και σε κανένα μεγαλείο. Τα κορίτσια που πίνουν μπύρα στα wine bar είναι μοναχα κορίτσια και κάποιες φορές δανείζονται φωτιές. Όλα τα άλλα τα έχουν κερδισμένα με το σπαθί τους.
Τέλος, δυο ακόμα κορίτσια πήγαν για καφέ στη Μάρκου Μουσούρου. Το επόμενο μεσημέρι της Πέμπτης. Αυτά τα κορίτσια γνωρίζονται από το κολέγιο. Το ιδιωτικό γιατί εκεί δουλεύουν και δεν φοιτούν. Αυτά τα κορίτσια περάσανε πιο ωραία από όλα τα προηγούμενα και από όλα τα επόμενα. Απλά και μόνο επειδή το μεσημέρι ήταν ήσυχο και είχε και της Παρασκευής τη γλύκα.
Ένα ή περισσότερα από αυτά τα κορίτσια είναι η Τέτα μας.

 

ΣΤΑΣΥ.

Ο συρμός δεν έκανε στάση στο Σύνταγμα. Πέρασε το τρένο και όλοι είδαμε το σταθμό χωρίς φώτα. Ο σταθμός ήταν σκοτεινός. Ούτε τα φώτα δεν ανοίξανε οι υπεύθυνοι του σταθμού. Μέσα στα σκοτάδια τον αφήσανε. Μόνο οι διαφημίσεις φωτίζανε. Μόνο οι οθόνες των διαφημίσεων. Δεν είχαν ανάψει το φως. Κάποιος είχε αφήσει τις οθόνες και τις τηλεοράσεις ανοιχτές και έτσι κάτι φώτιζε ενώ όλα γύρω ήταν σκοτεινά. Σα σκοτεινό δωμάτιο.
Και πέρναγαν τα τρένα και έβλεπες μόνο τις ξεχασμένες οθόνες. Και τις σκιές των καθισμάτων. Και από πάνω ακριβώς Πόλεμος. Αλλά από κάτω είχε ησυχία. Σκοτάδι. Σα να κοιμόσουν και να είχες ξεχάσει την τηλεόραση ανοιχτή. Έτσι κάπως. Και το λίκνισμα του τρένου ήταν η μαμά σου που σου κούναγε την κούνια να κοιμηθείς. Αυτό συμβαίνει. Κοιμάσαι. Και έχεις ξεχάσει την τηλεόραση ανοιχτή. Και έξω πόλεμος. Μόνο που λείπει η μαμά σου να σε νανουρίσει. Γι’ αυτό έχεις αφήσει την τηλεόραση ανοιχτή. Γιατί από το φόβο, δε μπορείς. Να. Κλείσεις. Μάτι.

Βάνα

Η Βάνα
Μπήκε στη τζιπάρα
Νισσάν ήταν
Αλάνι η Βάνα
Μεγαλωμμένη στην Καστέλλα
Ποδοσφαιρό έπαιζε στην αλάνα
Μαζι με τα άλλα τα τζιμάνια

Ο πέτρος στη φυλακη κατέληξε
Και ο μάνος με τη μαφια εμπλεξε
Με τοκογλύφους και παιδεραστές
Ο σπυρος ενεπλάκη
Και ο ρίκος ο μικρότερος
Από νωρίς παντρεύτηκε

Η βανα όμως έφυγε και γλιτωσε
Τον γιο του Λάτση τυλιξε
Και τωρα με Νισσάν κυκλοφορεί
Σαν η μισή η Αττική να της ανηκει

Δεν ξέρει όμως η Βάνα
Πως το παρελθόν χτυπαει σαν καμπάνα
Κανένας δεν ξεφευγει
Από τα δίχτυα του

Έρχεται και σε βρισκει
Δε σε ξεχνάει, όπως εσυ ξεχνάς αυτό.
Σε θυμάται και σε εφευρισκει
Ακόμα και όνομα και ταυτοτητα και αν άλλαξες
Χρωμα μαλλιών και μύτη

Και δε σε λένα πια Βάνα
παρα Λάτση… Μαριάννα